ΠΡΑΞΙΟΛΟΓΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ (3. αι. π.Χ. – 3. αι. μ.Χ.)

(περίοδος στροφής του στοχασμού προς τον άνθρωπο κυρίως και τις πράξεις του)

Στωικοί. Η αρχαία Στοά. Η παρακμή της πόλης και οι νέες φιλοσοφικές τάσεις

Κείμενο: Ευάγγελος Ν. Ρούσσος 

Αφότου ο Μέγας Αλέξανδρος πήρε στα χέρια του τα ελληνικά πράγματα, η ζωή των Ελλήνων άλλαξε, δηλαδή έχασε το χαρακτήρα που είχε μέσα στα όρια της σχετικά ολιγάνθρωπης ελληνικής πολιτείας. Από τότε μεγάλες πολιτειακές ενότητες σχηματίστηκαν και η παλαιό πόλη έχασε την αυτάρκεια και την αυτοτέλειά της και κατάντησε κοινότητα αδύναμη στο να αποφασίζει για την τύχη της και ακόμα πιο αδύναμη στο να επηρεάζει την εξέλιξη των πραγμάτων στη γενικότερη πολιτική. Το άτομο έχασε τους άμεσους πολιτικούς και πνευματικούς δεσμούς του με την πόλη και αυτό το γεγονός επηρέασε τα αισθήματα και τις σκέψεις του και το οδήγησε σε συγκλονιστικά βιώματα. Νέες παραστάσεις γέννησαν νέες ιδέες και διαμόρφωσαν νέα νοοτροπία. Όλα αυτά δεν ήταν δυνατό να μην επηρεάσουν την εξέλιξη της ελληνικής φιλοσοφίας. Σ’ αυτή την περίοδο ο άνθρωπος ζήτησε από τη φιλοσοφία κυρίως δυο πράγματα: να του παρασταθεί στον προβληματισμό του γύρω από την πράξη και τις ανάγκες της ζωής και να του αποκαταστήσει την ψυχική γαλήνη. Το πρώτο αίτημα οδήγησε στην ανάπτυξη των θετικών επιστημών και στην τεχνολογική πρόοδο, ενώ το δεύτερο στην άνθιση της ηθικής φιλοσοφίας.

Πωλ Σεζάν, Οι χαρτοπαίχτες. 1892–1893. Νέα Υόρκη, Μητροπολιτικό Μουσείο

Η στωική φιλοσοφία αποτέλεσε ίσως το πιο ολοκληρωμένο σύστημα αυτής της περιόδου. Επιδίωξή της ήταν να οδηγήσει τον άνθρωπο στην ευτυχία με μια βιοθεωρία θεμελιωμένη επιστημονικά. Ως βάση στην επιδίωξή της αυτή η στωική φιλοσοφία είχε την πεποίθηση ότι η ευτυχία του ανθρώπου εξαρτάται από τον ίδιο. Έτσι η στωική διδασκαλία ήρθε να αφυπνίσει τον άνθρωπο για μια αδιάκοπη ηθική δραστηριότητα, τόσο αναφορικά με το άτομό του όσο και αναφορικά με την κοινωνία.

Ζήνων

Ιδρυτής της αρχαίας Στοάς ήταν ο Ζήνων (333-262 π.Χ.), άνθρωπος με παροιμιώδη απλότητα και ήθος. Αυτός διαμόρφωσε τη φιλοσοφική διδασκαλία σε σύστημα με τρεις τομείς: λογική, φυσική, ηθική. Η γνώση κατά το Ζήνωνα ακολουθεί την παρακάτω διαδικασία: Τα αισθητήρια μεταβιβάζουν στο νου την εικόνα του αντικειμένου και σχηματίζουν την παράσταση («φαντασία»). Όταν η συνείδηση συγκατατίθεται, η παράσταση ενωμένη με τη συνείδηση γίνεται εννοιακή («καταληπτική φαντασία»), δηλαδή κατάλληλη να εννοήσει το αντικείμενο. Η εννοιακή παράσταση είναι το κριτήριο της αλήθειας, εφόσον η συμφωνία της με τη συνείδηση προϋποθέτει το εγώ, που κρίνει και αποφασίζει.

Ο Ζήνων, για να ξεπεράσει τη δυαρχία του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, στράφηκε στην κοσμολογία του Ηράκλειτου και σύνθεσε φυσική θεωρία μονιστική. Ύλη και πνεύμα εξηγούνται από αυτόν σαν παθητικό και ενεργητικό στοιχείο. Έτσι κάθε πραγματικό ον θεωρείται σωματικό, ακόμα και η ψυχή και ο θεός. Η ενέργεια του πνεύματος κατά το Ζήνωνα εκδηλώνεται πάνω στην ύλη ως «λόγος σπερματικός». Οι κυριότερες οντολογικές θέσεις του Ζήνωνα είναι οι ακόλουθες: η ύλη βρίσκεται σε αδιάκοπη μεταβολή, αλλά η σταθερή βάση του πνεύματος διασφαλίζει την ενότητα του κόσμου- η ενότητα πάλι κάνει όλα τα όντα συγγενικά και αυτή είναι η «συμπάθεια» των πάντων, που οδηγεί στην παγκόσμια αρμονία- το σύμπαν έχει δομηθεί με ορισμένο σχέδιο από δημιουργικό νου- στο σύμπαν επικρατεί απόλυτη τάξη και ό,τι συμβαίνει έχει το λόγο του. Σ’ αυτές τις θέσεις στηρίζεται η στωική διδασκαλία για θεοδικία και θεία πρόνοια.

Τα πάθη κατά το Ζήνωνα οφείλονται σε σφαλερή κρίση. Ως βασικά πάθη θεωρούνται η επιθυμία, η ηδονή, ο φόβος και η λύπη. Η επιστημονική γνώση κρίνεται και από το Ζήνωνα απαραίτητη για την ηθική πράξη, που είναι έκφραση της αρετής. Ρίζα για όλες τις αρετές θεωρούσε ο Ζήνων τη φρόνηση. Έτσι αυτός χώριζε τους ανθρώπους σε μωρούς και σοφούς και θεωρούσε σοφούς τους ελεύθερους από πάθη, γεμάτους αυτάρκεια και όμοιους με το θεό. Ο διάδοχος του Ζήνωνα Κλεάνθης αρνήθηκε την ηδονή ως φυσική κατάσταση, έβαλε στη θέση της φρόνησης την εγκράτεια και κήρυξε ότι ζούμε και κινούμαστε και υπάρχουμε μέσα στο σώμα της θείας ουσίας.

Χρύσιππος

Ο Χρύσιππος (280-210 π.Χ.), ο πιο συστηματικός από τους αρχαιότερους Στωικούς, διατύπωσε τους παρακάτω 5 «τρόπους» απόδειξης:

  1. Όταν υπάρχει Α, υπάρχει και Β. Αλλά υπάρχει Α. Άρα υπάρχει και Β.
  2. Όταν υπάρχει Α, υπάρχει και Β. Αλλά δεν υπάρχει Β. Άρα δεν υπάρχει και Α.
  3. Το Α και το Β δεν υπάρχουν ποτέ ταυτόχρονα. Αλλά υπάρχει το Α. Άρα δεν υπάρχει το Β.
  4. Υπάρχει ή Α ή Β. Αλλά υπάρχει Α. Άρα δεν υπάρχει Β.
  5. Υπάρχει ή Α ή Β. Αλλά δεν υπάρχει Α. Άρα υπάρχει Β.

Συμπληρώνοντας τη φυσική θεωρία του Ζήνωνα, ο Χρύσιππος δίδαξε ότι το σύμπαν αναφλέγεται κατά περιόδους, για να ξαναγίνει από την αρχή και μάλιστα απαράλλαχτο, όπως ήταν πριν· εννοούσε την ψυχή ως πύρινη ουσία, που γεννιέται μέσα στο αίμα και πεθαίνει μαζί με το σώμα· τις αισθήσεις, τη γενετήσια ικανότητα, τη γλώσσα και το λογικό τα εννοούσε ως μέρη της ψυχής, ενώ την αίσθηση την εξηγούσε ως σωματικό γεγονός και δε δεχόταν άλογες δυνάμεις πλάι στο λογικό («ηγεμονικόν») της ψυχής. Τέλος, για να ξεπεράσει τη μοιρολατρική φυσική θεωρία του, τόνιζε ότι η βούληση του ανθρώπου είναι ελεύθερη και ότι αυτή επιτρέπει στο εγώ, ύστερα από σκέψη, να αναλάβει την ευθύνη για τις πράξεις του.

Η μέση και η νέα Στοά. Παναίτιος

Καινούρια φωνή στην ελληνική φιλοσοφία αποτέλεσε ο ανθρωπολογικός μονισμός του Παναίτιου (185-109 π.Χ.), που, απορρίπτοντας τη δυαρχική παράδοση του πυθαγορισμού και του πλατωνισμού, δίδαξε ότι ο άνθρωπος ως σώμα και ψυχή είναι ενιαία ουσία, θνητή και στα δυο φανερώματά της. Χωρίζοντας τις λογικές από τις άλογες δυνάμεις της ψυχής, ο Παναίτιος δικαίωσε τα πάθη και αναγνώρισε το λογικό ως ρυθμιστή της πνευματικής ισορροπίας, θέση που τον οδήγησε να δεχτεί την ελεύθερη βούληση και να αρνηθεί την αρχαιότερη στωική διδασκαλία για ατέλειωτη και πανομοιότυπη παλιγγενεσία. Την προαίρεσή μας δεν μπορεί να την αλλάξει ούτε ο θεός, έλεγε εμφαντικά ο Παναίτιος και με πολλή αισιοδοξία ανέθετε τη μοίρα του ανθρώπου στις πράξεις του, όπως τις υπαγορεύει η ελεύθερη βούλησή του.

Ο Παναίτιος εντόπιζε την υπεροχή του ανθρώπου στο λογικό και διέκρινε τέσσερις κύριες ψυχοπνευματικές ορμές: για γνώση, για κοινωνική συμβίωση, για κατάκτηση αγαθών και για γαλήνη της ψυχής. Από αυτές κατά τον Παναίτιο αναπτύσσονται η σοφία, η δικαιοσύνη, η γενναιότητα και η αυτοκυριαρχία, αρετές που αποτελούν ενότητα. Η ηθική του Παναίτιου διακρίνει υποχρεώσεις έναντι του θεού, του εαυτού μας και της κοινωνίας, διαπιστώνει την κοινωνική και την ατομική φύση του ανθρώπου και χαράζει για πρώτη φορά τα όρια της ατομικότητας.

Ποσειδώνιος

Γνήσιος εκπρόσωπος του πνεύματος της ελληνιστικής εποχής είναι ο Ποσειδώνιος (135-51 π.Χ.). Στο πρόσωπο αυτού του συγγραφέα με την καταπληκτική πολυμέρεια συναντιούνται ελληνική και ανατολική σοφία, μυστικισμός και ορθολογισμός, πίστη στα θαύματα και αιτιοκρατία, θεωρητική και εμπειρική σκέψη, προσωπική παρατήρηση και ιστορική παράδοση. Κεντρική έννοια της κοσμοθεωρίας του Ποσειδώνιου είναι η ζωτική δύναμη, θεωρούμενη ως πρωταρχικό φαινόμενο. Έτσι φορέας της ζωής στον οργανικό κόσμο θεωρείται η θερμότητα, πύρινη πνοή που ταυτίζεται με το λόγο, και ο κόσμος αποτελεί τεράστιο ζωντανό οργανισμό με ψυχή του το λόγο. Η ψυχή του ανθρώπου θεωρείται επίσης πύρινη πνοή με λογική δύναμη. Από τις αντιθέσεις του κόσμου κατά τον Ποσειδώνιο αναδύεται αρμονία και ομορφιά προσιτή μόνο στο πνεύμα.

Κατά τον Ποσειδώνιο ο άνθρωπος είναι διαφορετικός από τα ζώα, γιατί με το λογικό μπορεί να μετρά, να σχηματίζει έννοιες, να χρησιμοποιεί την εμπειρία του και να οικοδομεί συλλογισμούς, συμπεράσματα, αξιώματα και συστήματα από τέχνες και επιστήμες. Έτσι την αρχή του πολιτισμού ο Ποσειδώνιος την εντόπιζε όχι στην ανάγκη, αλλά στη λογική δύναμη που χαρακτηρίζει τον άνθρωπο. Αυτή είναι κατά τον Ποσειδώνιο η προωστική δύναμη για την εξέλιξη και την πρόοδό του και από αυτή τη θέση προκύπτει γι’ αυτόν η ηθική επιταγή: ο άνθρωπος οφείλει και στη σκέψη και στην πράξη να ακολουθεί το λόγο που φωλιάζει μέσα του, γιατί μόνο έτσι η ζωή του είναι σύμφωνη με τη φύση του. Φυσικά, η αρετή μόνη, λέει ο Ποσειδώνιος, δεν είναι αρκετή για ολοκληρωμένη ευτυχία. Έτσι κρίνονται απαραίτητα η υγεία, η δύναμη και άλλα αντικειμενικά αγαθά. Τέλος, η καθηκοντολογία του Ποσειδώνιου αναφέρεται περισσότερο στην κοινωνική φύση του ανθρώπου και λιγότερο στην ατομική.

Πωλ Σεζάν, Αρλεκίνος

Στους νεότερους Στωικούς, που η δράση τους πέφτει στους δυο πρώτους χριστιανικούς αιώνες, παρατηρούμε δυο κατευθύνσεις: η μια ασχολείται με την επιστημονική εμπέδωση των στωικών απόψεων και η άλλη με τη διάδοση και την πρακτική εφαρμογή κυρίως των ηθικών αρχών της σχολής. Όλοι όμως πλησιάζουν πιο πολύ τον πλατωνισμό, τονίζουν τη συγγένεια του ανθρώπου με το θεό και κηρύσσουν την αγάπη για το συνάνθρωπο. Οι ιδέες τους είχαν μεγάλη διάδοση ανάμεσα στις εξαθλιωμένες από τη ρωμαιοκρατία μάζες.

«Από όσα υπάρχουν άλλα εξαρτώνται από μας, αλλά όχι από μας. Από μας εξαρτώνται αντίληψη, ορμή, όρεξη, αποστροφή και μ’ ένα λόγο όσα είναι δικά μας έργα· δεν εξαρτώνται από μας το σώμα, η ιδιοκτησία, δόξες, αρχές και μ’ ένα λόγο όσα δεν είναι δικά μας έργα. Και βέβαια αυτά που εξαρτώνται από μας είναι από τη φύση τους ελεύθερα, ανεμπόδιστα, απρόσκοπτα, ενώ αυτά που δεν εξαρτώνται από μας είναι ασθενικά, δουλικά, εμποδισμένα, ξένα. Να θυμάσαι λοιπόν ότι, αν τα από τη φύση δουλικά τα νομίσεις ελεύθερα και τα ξένα δικά σου, θα εμποδιστείς, θα λυπηθείς, θα ταραχτείς, θα μεμφθείς θεούς και ανθρώπους, ενώ αν μόνο το δικό σου θεωρήσεις δικό σου και το ξένο, όπως και είναι, ξένο, κανένας δε θα σε αναγκάσει ποτέ, κανένας δε θα σ’ εμποδίσει, κανένα δε θα μεμφθείς, κανένα δε θα εγκαλέσεις, άθελα δε θα πράξεις τίποτα, εχθρό δε θα έχεις, κανείς δε θα σε βλάψει, ούτε θα πάθεις κάτι βλαβερό.»

Επίκτητος, «Εγχειρίδιον»

Απόστολος της εσωτερικής ελευθερίας ο δούλος Επίκτητος (50-135 μ.Χ.) επισήμανε μέσα στον άνθρωπο ένα χώρο, όπου η βία της υλικής δύναμης ή ο δελεασμός από εξωτερικά αγαθά δεν μπορούν να εισβάλουν και υποστήριζε ότι με την αδιαφορία μπροστά στα πράγματα που δεν είναι στην εξουσία μας μπορούμε να λυτρωθούμε από τα πάθη. Θαυμαστής του ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Μάρκος Αυρήλιος (121-180 μ.Χ.), έγραφε ότι η επίγνωση της αδιάκοπης μεταβολής των πραγμάτων μάς οδηγεί στο να μην επιθυμούμε και να μη φοβόμαστε τίποτα το εξωτερικό, να υποτασσόμαστε στη φυσική πορεία του κόσμου και να καλλιεργούμε την εσωτερική ελευθερία, που είναι σύμφωνη με τη λογική φύση μας.

Πηγή: Ευάγγελος Ν. Ρούσσος, διδάκτωρ φιλοσοφίας, Φιλοσοφία Γ’ Λυκείου. Εκδόσεις ΟΕΔΒ.1984.