*Του Θεόδωρου Καράογλου

Διαχρονικά η βία αποτελεί δομική ιδεολογική επιλογή της Αριστεράς στην ατέρμονη προσπάθειά της να ανατρέψει τους συντεταγμένους θεσμούς.

Για όσους μεγάλωσαν έχοντας στο προσκεφάλι τους το κομμουνιστικό μανιφέστο του Μαρξ, δηλώνουν θιασώτες της διαρκούς άρνησης, αντίστασης και κολεκτιβισμού ή τρέφονται πολιτικά από τους μύθους της «εποποιίας του αντάρτικου» και του Άρη Βελουχιώτη στο ρόλο του Έλληνα Τσε Γκεβάρα, «η βία είναι η μαμή για κάθε παλιά κοινωνία που εγκυμονεί μια νέα».

 

Εξ ου και η απόδοση του (δικού τους) δικαίου, που έχει έντονα χαρακτηριστικά μονομαχίας με την συντεταγμένη κοινωνία, γίνεται μονάχα στο πεζοδρόμιο μέσω του αντάρτικου πόλεων, βαφτίζοντας τις παραβατικές τους συμπεριφορές ως «επαναστατικές» και αντιμετωπίζοντάς αυτές ως φυσική προέκταση του πολιτικού ανταγωνισμού.

Βάσει της παραπάνω αριστερόστροφης αναρχικής υποκουλτούρας, οι βίαιες διαδηλώσεις και η ακολουθούμενη καταστροφή δημόσιας ή ιδιωτικής περιουσίας είναι δικαιολογημένη. Άλλωστε, στο δικό τους αξιακό κώδικα, η κοινοβουλευτική Δημοκρατία αποτυπώνει αστικούς συσχετισμούς που πρέπει να ανατραπούν με κάθε τρόπο.

 

Αυτή η ιδεολογική ηγεμονία της Αριστεράς στα χρόνια της Μεταπολίτευσης, σε συνδυασμό με την προσπάθεια συγκεκριμένων κύκλων να εξαγνίσουν κοινωνιολογικά τη βία προσδίδοντάς της προοδευτικό πρόσημο, έχουν εθίσει από το 2008 την ελληνική κοινωνία στην αποδοχή και εν μέρει δικαιολόγηση  της ανομίας. Κάπως έτσι φτάσαμε σήμερα στο σημείο να τη θεωρούμε «φυσιολογική» και συνηθισμένη αντίδραση ως απάντηση στις δράσεις των μνημονίων και της οικονομικής κρίσης.

 

Μόνο που αυτή η επικίνδυνη διολίσθηση έχει τεθεί την τελευταία τριετία εκτός ελέγχου. Η λογική του «όλα επιτρέπονται» και των «δικών μας παιδιών» που εφαρμόζει το Μέγαρο Μαξίμου εξέθρεψε το «δίκαιο της μολότοφ» και υποθάλπτει, μέσω της παροχής μιας άτυπης ασυλίας, την ανεξέλεγκτη δράση κουκουλοφόρων οι οποίοι σπάνε, λεηλατούν και πυρπολούν ανενόχλητοι.

 

Η πρόσφατη δολοφονική επίθεση στο λεωφορείο των ΜΑΤ στη Θεσσαλονίκη, η έφοδος στο υπουργείο Ανάπτυξης, η καταδρομική εισβολή στο Συμβούλιο της Επικρατείας, οι επιδρομές σε Πρεσβείες, το παρακράτος των Εξαρχείων είναι θλιβερά φαινόμενα που δεν τα συναντά κανείς σε μια ευνομούμενη δυτική δημοκρατία. Μόνο στην Ελλάδα, όπου συγχέουμε την ισονομία με την αναρχία, οι «χρήσιμοι μπαχαλάκηδες» εργαλειοποιούν τη βία, κάνοντας… υπερωρίες προκειμένου να στρέψουν με μαεστρία την προσοχή της κοινής γνώμης μακριά από τα μείζονα θέματα της οικονομίας και του μετώπου των εθνικών ζητημάτων.

 

Τελικός τους σκοπός δεν είναι μόνο να βοηθήσουν την κυβέρνηση να αλλάξει την πολιτική ατζέντα, αλλά κυρίως να τρομοκρατήσουν και να φιμώσουν κάθε διαφορετική άποψη, καθηλώνοντάς την στον καναπέ και την ασφάλεια του σπιτιού της.

Για αυτό και πρέπει ως κοινωνία να είμαστε προετοιμασμένοι για τα χειρότερα, μα και αποφασισμένοι να ορθώσουμε το ανάστημά μας σε κάθε «ριζοσπαστικό» περιστατικό το οποίο θα δοκιμάζει τη λογική και τις αντοχές μας. Και να είστε σίγουροι πως όσο ο Αλέξης Τσίπρας θα χάνει την πρωτοβουλία των πολιτικών κινήσεων, τόσο θα εκτραχύνεται η κατάσταση. Όχι γιατί στην κυβέρνηση δεν μπορούν να περιορίσουν αυτού του είδους τα θλιβερά φαινόμενα, αλλά γιατί δεν θέλουν!

 

Βλέπετε, οι θεσμοί και οι δομές του κράτους ήταν ανέκαθεν για τον ΣΥΡΙΖΑ ένα… στενό κουστούμι. Τώρα, λοιπόν, που κρατούν ως λάφυρο στα χέρια τους τη διακυβέρνηση της χώρας προσπαθούν να το… ξηλώσουν με κάθε τρόπο.

 

Έφτασαν στο σημείο να ορίζουν ως συνομιλητές τους διάφορες «συλλογικότητες», αποκάλεσαν τον Ρουβίκωνα «ιδεολογικό μωρό που μπουσουλάει»,  αποδόμησαν την εμπιστοσύνη των πολιτών προς τους θεμελιώδεις άξονες της κοινωνίας και μας οδηγούν με μαεστρία σε έναν φαύλο κύκλο ανασφάλειας.

Θα τους επιτρέψουμε να συνεχίζουν να μετατρέπουν το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη σε υπουργείο Προστασίας των κουκουλοφόρων;

 

Η απάντηση είναι μία. Ασφαλώς και όχι!