Στην αξιολόγηση «Β+» και τέσσερις βαθμίδες κάτω από την κατηγορία του «επενδυτικού βαθμού» αναμένει η Citigroup ότι θα παραμείνει η Ελλάδα σε ό,τι αφορά τις αξιολογήσεις του οίκου S&P, τόσο για τους επόμενους εννέα μήνες όσο και για τα επόμενα 2-4 χρόνια.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της αμερικάνικης τράπεζας, ούτε ο οίκος Moody’s αναμένεται τους επόμενους εννέα μήνες να πραγματοποιήσει κάποια αλλαγή των αξιολογήσεών του για την Ελλάδα, διατηρώντας τη στο «Β3» και έξι βαθμίδες κάτω από την κατηγορία του «επενδυτικού βαθμού». Μόνο στο διάστημα των επόμενων 2-4 ετών η Citi εκτιμά ότι η Moody’s θα προχωρήσει σε μέτρια αναβάθμιση της Ελλάδας και στο «Β2», παραμένοντας μακριά από την κατηγορία που καθιστά τα ομόλογα μιας χώρας «ασφαλή» και «επενδύσιμα».

Κόντρα στις εκτιμήσεις αρκετών αναλυτών, αλλά και στις προσδοκίες της ελληνικής κυβέρνησης ότι μετά την έξοδο από το πρόγραμμα θα ακολουθήσουν πολλαπλές αναβαθμίσεις την Ελλάδας, η Citi βλέπει πως η χώρα μας θα παραμείνει στην «επικίνδυνη» επενδυτικά ζώνη πολλά χρόνια – και σίγουρα πέραν του 2022.

Οπως επισημαίνει η Citi, η S&P (η οποία αργά το βράδυ της Παρασκευής αναμενόταν να ανακοινώσει τη νέα αξιολόγησή της για την Ελλάδα που, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της αγοράς, θα παρέμενε αμετάβλητη) έχει τονίσει ότι οι παράγοντες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε περαιτέρω αναβάθμιση περιλαμβάνουν την ενίσχυση της προβλεψιμότητας των πολιτικών, την πρόοδο στη μείωση των μη εξυπηρετουμένων δανείων και ανοιγμάτων των ελληνικών τραπεζών και/ή την αύξηση των καθαρών άμεσων ξένων επενδύσεων. Ετσι, ο ένας παράγοντας που θα μπορούσε να επιτρέψει την ένταξη των ελληνικών ομολόγων στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ, κατά την άποψη της Credit Suisse, είναι απίθανος.

Οπως επισημαίνει η ελβετική τράπεζα σε έκθεσή της, ο μόνος τρόπος για να συμπεριληφθεί η Ελλάδα στο QE είναι: α) να αποκτήσει αξιολόγηση επενδυτικού βαθμού (απίθανο βραχυπρόθεσμα), β) να παραμείνει σε ένα πρόγραμμα (δηλαδή να μην υπάρχει καθαρή έξοδος), γ) να αλλάξει κάπως η ΕΚΤ τους κανόνες σχετικά με το waiver (και πάλι απίθανο). Η Ελλάδα, όπως σημειώνει, θα βγει από το πρόγραμμα διάσωσης, κάτι που αποτελεί θετική εξέλιξη, αλλά αυτό έχει κάποια μειονεκτήματα, καθώς σημαίνει ότι η χώρα θα χάσει το waiver, που αποτελεί και την προϋπόθεση για πρόσβαση στη φθηνότερη ρευστότητα της ΕΚΤ και στη συμμετοχή στο πρόγραμμα QE.

Ωστόσο, μια θετική ανάλυση βιωσιμότητας του χρέους (DSA) από την ΕΚΤ θα στείλει σαφές θετικό μήνυμα, και αυτό είναι πιθανό να συμβεί, όπως εκτιμά, καθώς θα λάβει υπόψη τα νέα μέτρα για την ελάφρυνση του χρέους και αναμένεται να καταλήξει σε συμπεράσματα πολύ παρόμοια με το DSA της Kομισιόν. Αν το ελληνικό χρέος θεωρηθεί βιώσιμο από την ΕΚΤ, θα ενισχύσει την εμπιστοσύνη της αγοράς στην ικανότητα της χώρας να εξοφλήσει το χρέος της. Η Credit Suisse πιστεύει ότι αυτό θα αποτελέσει «κλειδί» για τους επενδυτές, τη στιγμή που πολλές πτυχές της ελληνικής οικονομίας δείχνουν σαφή σημάδια βελτίωσης.