Ο Αγαθοκλής, αποτελεί μια από τις πλέον αντυπωσιακές προσωπικότητες της αρχαίας ελληνικής ιστορίας. Γνήσιος τυχοδιώκτης, κατόρθωσε από μισθοφόρος οπλίτης του στρατού των Συρακουσίων, να αναδειχτεί σε αυτοκράτορα, ηγέτη της ισχυρότερης ελληνικής πόλης στην Ιταλία, των Συρακουσών.

Από το 312 π.Χ. οι Συρακούσες πολεμούσαν κατά της πανίσχυρης Καρχηδόνας. Μετά από μια σειρά ελιγμών ο Αγαθοκλής βρέθηκε πολιορκημένος στις Συρακούσες από πολύ ισχυρές δυνάμεις των αντιπάλων του. To 310 π.Χ. αποκλεισμένος από παντού, χωρίς συμμάχους, αποφάσισε να δοκιμάσει το ακατόρθωτο. Αφού οι Καρχηδόνιοι απειλούσαν την πόλη του γιατί αυτός να μην απειλήσει τη δική τους.

Αμέσως μετά τη λήψη της παράτολμης αυτής απόφασης ο Αγαθοκλής άρχισε τις προετοιμασίες για την υλοποίηση της. Συγκέντρωσε 13.500 άνδρες και 60 πλοία και αφού άφησε τον αδερφό του Άντανδρο, επικεφαλής ισχυρής φρουράς, να υπερασπίζεται την πόλη αναχώρησε για την βορειοαφρικανική ακτή.

Εκμεταλευόμενος τη χαλάρωση του ναυτικού καρχηδονιακού αποκλεισμού, ο στόλος του εξήλθε του λιμένα των Συρακουσών και κατευθύνθηκε βόρεια, ώστε να παραπλανήσει τον εχθρό σχετικά με τις προθέσεις του. Τα καρχηδονιακά πλοία κατεδίωξαν τα ελληνικά γύρω από τις βόρειες και τις δυτικές ακτές της Σικελίας, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Επτά ημέρες αργότερα οι Έλληνες αντίκρυσαν την αφρικανική ακτή.

Τα καρχηδονιακά πλοία που καταδίωκαν τον ελληνικό στόλο τον πρόλαβαν τελικά πρίν αποβιβάσει το εκστρατευτικό σώμα. Στη σύγκρουση όμως που ακολούθησε ο ελληνικός στόλος επικράτησε και έτσι η αποβίβαση του στρατού έγινε κανονικά. Αμέσως μετά ο Αγαθοκλής προέβει σε μία ακόμα παράτολμη ενέργεια, πυρπόλησε τα πλοία του.

Στην κίνηση αυτή προχώρησε όχι μόνο για να ξεκαθαρίσει στους άνδρες του πως όφειλαν είτε να νικήσουν, είτε να πεθάνουν εκεί, αλλά και γιατί, αν δεν έκαιγε τα πλοία θα έπρεπε να διαθέσει μεγάλες δυνάμεις για τη φρούρηση τους. Κανείς όμως άνδρας δεν περίσευε, ήταν όλοι απαραίτητοι για την πρόκληση του αντιπερισπασμού.

Αμέσως μετά την απόβαση των δυνάμεων του στην Αφρική, ο Αγαθοκλής επιτέθηκε και λεηλάτησε όλη την καρχηδονιακή επικράτεια, εκτός της ισχυρά οχυρωμένης Καρχηδόνας. Οι πολίτες της τελευταίας είχαν μάλιστα σε τέτοιο βαθμό πανικοβληθεί από την εμφάνιση του ελληνικού στρατού στα εδάφη τους, που σκέπτονταν να έρθουν σε διαπραγματεύσεις με τον Αγαθοκλή.

Πίστευαν ότι για να έχει φτάσει εκεί ο ελληνικός στρατός, το εκστρατευτικό σώμα τους στη Σικελία θα είχε αφανιστεί. Καρχηδονιακά πλοία από τη Σικελία έφτασαν όμως στην πόλη και η αλήθεια μαθεύτηκε. Ο πανικός των Καρχηδονίων μετατράπει τότε σε οργή κατά του θρασύτατου Έλληνα, ο οποίος αποτόλμησε να αμφισβητήσει την παντοδυναμία τους.

Αμέσως συγκεντρώθηκε μία επιβλητική στρατιά 30.000 πεζών και ιππέων, ενισχυμένη με 2.000 τέθριππα βαριά πολεμικά άρματα, η οποία τάχθηκε υπό τις διαταγές των Βομίλκα και Άννωνα. Η στρατιά αυτή κινηθήκε κατά των ελληνικών δυνάμεων, οι οποίες την ανέμεναν στη στενή πεδιάδα του Τύνητα (αναπτύγματος μόλις 2,4 Km).

Οι Καρχηδόνιοι στρατηγοί έταξαν στην πρώτη γραμμή τα πολυάριθμα βαριά τους άρματα με τα οποία φιλοδοξούσαν να διασπάσουν την ελληνική φάλαγγα. Πλάι στα άρματα ετάχθει το επίλεκτο βαρύ καρχηδονιακό ιππικό-1.000 περίπου άνδρες. Πίσω από τους εφίππους τάχθηκε το πεζικό, με τον επίλεκτό τους «Ιερό Λόχο» στο άκρο δεξιό, υπό τον ίδιο των Άννωνα.

Απένατι στις δυνάμεις αυτές η ελληνκή στρατιά αναπτύχθηκε ως εξής: στο ακρό αριστερό, απέναντι στον «Ιερό Λόχο», τάχθηκε ο Αγαθοκλής με 1.000 επίλεκτους οπλίτες, στο κέντρο τάχθηκαν 6.000 Έλληνες, αλλά και Ιταλοί και Κέλτες μισθοφόροι, έχοντας στο δεξιό τους 3.500 Συρακούσους οπλίτες. Το άκρο δεξιό σχημάτισαν 2.000 μισθοφόροι.

Άλλοι 500 περίπου ψιλοί, ακοντιστές, τοξότες και σφενδονήτες, τάχθηκαν, σε διάταξη ακροβολισμού εμπρός από το μέτωπο της στρατιάς. Επειδή οι άνδρες του Αγαθοκλή δεν επαρκόυσαν για να καληφθεί πλήρως το μέτωπο, τοποθετήθηκαν ναύτες του στόλου, οπλισμένοι με ασπίδες και στυλεούς δοράτων, για να καλύψουν το κενό στην ελληνική παράταξη.

Οι Καρχηδόνιοι επιτέθηκαν πρώτοι. Τα άρματα τους επέλασαν ορμητικά κατά των Έλληνων, σηκώνοντας νέφη σκόνης. Τα πληρώματα τους εξέπεμπαν φρικτές πολεμικές κραυγές κραδαίνοντας απειλητικά τα ακόντια τους. Ωστόσο οι Έλληνες δεν πτοήθηκαν από το θέαμα. Με εκπληκτική ψυχραιμία ετοιμάστηκαν να αντιμετωπίσουν τα εχθρικά άρματα. Καθώς τα άρματα πλησίαζαν άρχισαν να δέχονται βροχή βλημάτων από τους Έλληνες ακροβολιστές.

Όσα από αυτά ξεπέρασαν με σχετική επιτυχία τον ελληνικό φραγμό εξουδετερώθηκαν από το ελληνικό και το μισθοφορικό βαρύ πεζικό. Πολλά άρματα με τα πληρώματα τους εξουδετερωμένα και τους ιππούς πληγωμένους, στράφηκαν προς τα πίσω και επέπεσαν στη φίλια παράταξη. Αυτό ακριβώς ανέμενε και ο Αγαθοκλής. Βλέποντας το εχθρικό πεζικό να αναμειγνύεται με τα άρματα και το ιππικό, διέταξε την στρατιά του να επιτεθεί.

Σε λίγα λεπτά η περίφανη βαρβαρική στρατιά είχε αφανιστεί. Μόνο ο «Ιερός Λόχος» αντιστάθηκε για λίγο, παρά τον θάνατο του αρχηγού του Άννωνα. Σύντομα όλα είχαν τελειώσει και μόνο τα σκονισμένα κουφάρια των αντιπάλων απέμεναν στο ματωμένο χώμα. Η νίκη των Ελλήνων ήταν συντριπτική. Την ίδια ώρα, στη Σικελία, ο Αμίλκας Γίσκωνας επιχειρούσε γενική επίθεση κατά των Συρακουσών με 125.000 άνδρες.

Σύμφωνα μάλιστα με τους μάντεις του, μετά την επίθεση ο Καρχηδόνιος στρατηγός θα δειπνούσε στις Συρακούσες. Οι Έλληνες ωστόσο έστησαν ενέδρα στην πολυάριθμη εχθρική στρατιά και την αφάνισαν σε μία νύκτα, στα υψώματα των Επιπολών. Ο Αμίλκας συνελήφθει αιχμάλωτος και σύμφωνα με τον χρησμό έλαβε το -τελευταίο – γεύμα του στις Συρακούσες! Ο πόλεμος με τους Καρχηδονίους συνεχίστηκε ως το 305 π.Χ. με διάφορες διακυμάνσεις.

Ο Αγαθοκλής δεν κατόρθωσε να διατηρήσει τις αφρικανικές του κατακτήσεις. Κατόρθωσε όμως να θέσει υπό την εξουσία του το μεγαλύτερο τμήμα της Σικελίας, περιορίζοντας τους Καρχηδόνιους στο δυτικό άκρο του νησιού και να καταστήσει την πόλη του την ισχυρότερη δύναμη της περιοχής. Όταν πέθανε, το 289 π.Χ. οι Συρακούσες διέθεταν στρατό 30.000 πεζών και 3.000 ιππέων και στόλο 200 πολεμικών.

ΠΗΓΗ: defencepoint.gr