Μεσίτες, δικηγόροι, λογιστές, και συμβολαιογράφοι, ο τραπεζικός κλάδος και οι πάροχοι τραπεζικών εμβασμάτων βρίσκονται στη ζώνη υψηλού κινδύνου για ξέπλυμα βρώμικου χρήματος στην Ελλάδα, σύμφωνα με την έκθεση «Εκτίμηση εθνικού κινδύνου για την παγκοσμιοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας», που δημοσιοποίησε το υπουργείο Οικονομικών. Οπως τονίζεται στην έκθεση «τα οικονομικά εγκλήματα, η απάτη και η διαφθορά λόγω της πολυπλοκότητάς τους καθίστανται ολοένα και πιο δύσκολα στον εντοπισμό και τη διερεύνησή τους με συνέπεια να έχουν αρνητική επίπτωση στην οικονομία.

Ερευνες κατά την τελευταία πενταετία έδειξαν ότι σε οργανισμούς και επιχειρήσεις υπάρχει μια αύξηση σε φαινόμενα απάτης, διαφθοράς και δωροδοκίας που δυσχεραίνει την ελληνική επιχειρηματικότητα και υποσκάπτει την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.

Είναι ενδεικτικό ότι το μέγεθος της παραοικονομίας στην Ελλάδα είναι σχετικά υψηλό συγκριτικά με τις λοιπές ανεπτυγμένες χώρες του ΟΟΣΑ. Μάλιστα, η παραοικονομία στην Ελλάδα εκτιμάται σε λίγο περισσότερο από το 20% του εθνικού εισοδήματος, δηλαδή περισσότερα από 36 δισ. ευρώ.

Σύμφωνα με την έκθεση οι παρακάτω επαγγελματικές κατηγορίες και τομείς είναι ευάλωτοι στον κίνδυνο ξεπλύματος χρήματος.

• Οι συμβολαιογράφοι, οι δικηγόροι και οι μεσίτες ακινήτων που μεσολαβούν στις αγοραπωλησίες ακινήτων, δύναται να συμμετέχουν στη φοροδιαφυγή, η οποία αποτελεί βασικό αδίκημα του ξεπλύματος χρήματος και χρησιμοποιούνται συχνά ως διαμεσολαβητές για τη νομιμοποίηση εσόδων προερχόμενων από διαφθορά και παράνομη διακίνηση ναρκωτικών, πολλές φορές και εν αγνοία τους. Τα στοιχεία από τους φορολογικούς ελέγχους έδειξαν ότι οι πραγματικές τιμές πώλησης των ακινήτων ήταν συνήθως και για μεγάλο χρονικό διάστημα, ιδιαίτερα πριν από την οικονομική κρίση, κατά πολύ μεγαλύτερες σε σχέση με την αναγραφόμενη στο συμβόλαιο τιμή, που συνέπιπτε με την αντικειμενική αξία του ακινήτου. Κατά συνέπεια οι αγοραστές κατέβαλαν φόρο κατά πολύ μικρότερο του αναλογούντος.

• Οσον αφορά τους δικηγόρους, συμβολαιογράφους και λογιστές – φοροτεχνικούς, η απειλή για ξέπλυμα χρήματος σχετίζεται με τη συμμετοχή τους στη δημιουργία, τη λειτουργία ή τη διαχείριση εταιρειών, δεδομένου ότι ορισμένες φορές επιχειρείται νομιμοποίηση εσόδων από τα βασικά εγκλήματα (π.χ. διακίνηση ναρκωτικών) μέσω νέων ή υφιστάμενων επιχειρήσεων.

• Οι έμποροι αγαθών υψηλής αξίας χρησιμοποιούνται από εγκληματικές ομάδες για να νομιμοποιήσουν τα έσοδα από παράνομη δραστηριότητα, η οποία αφορά κυρίως σε λαθρεμπόριο ή αδικήματα κατά της ιδιοκτησίας.

• Ο τραπεζικός τομέας αντιμετωπίζει παραδοσιακά σημαντικό επίπεδο απειλής ξεπλύματος μαύρου χρήματος. Ειδικότερα, διαπιστώθηκε η χρήση του τραπεζικού τομέα σε διάφορα σημαντικά οικονομικά εγκλήματα που διαπράχθηκαν στο παρελθόν (έως το 2009) και είτε κρίθηκαν τελεσίδικα από τη δικαιοσύνη είτε ξεκίνησε η δικαστική τους διερεύνηση κατά την πενταετία 2012-2016. Επιπλέον, επισημαίνεται ότι σε επίπεδο χρηματοπιστωτικού τομέα, ο τραπεζικός κλάδος συνιστά την πηγή των περισσότερων αναφορών ύποπτων συναλλαγών προς την Αρχή, η πλειονότητα των οποίων αφορά πιθανώς το αδίκημα της φοροδιαφυγής.

• Πάροχοι υπηρεσιών εμβασμάτων. Το γεωγραφικό εύρος παροχής των υπηρεσιών τους, η χρήση μετρητών και ο περιστασιακός χαρακτήρας των συναλλαγών καθιστούν ελκυστικό τον κλάδο για σκοπούς ξεπλύματος χρήματος, ενώ το επίπεδο απειλής για τον κλάδο αυξάνεται περαιτέρω λόγω της εκτεταμένης χρήσης αντιπροσώπων, οι περισσότεροι εκ των οποίων δεν προέρχονται από τον χρηματοπιστωτικό τομέα (π.χ. ιδιοκτήτες μίνι μάρκετ).

 

Προκόπης Χατζηνικολάου

ΠΗΓΗ: ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ