Του δημοσιογράφου ΓΙΑΝΝΗ ΠΑΠΑΜΙΧΟΥ                                                                                               

Το τσιγάρο το έκοψα από το 2000 πάνε 18 συναπτά έτη από τότε και μέχρι τώρα δεν το ξανάβαλα στο στόμα μου ειδικά μετά το χουνέρι που έπαθα με το άσθμα. Όμως την άλλη κακιά συνήθεια με το πούρο – πάντα κουβανέζικο, επαναστατικό – δεν κατάφερα να την κόψω και όποτε βρίσκω ευκαιρία σε κανένα καφέ ή κανένα ούζο με καλή παρέα στην αγορά, το καπνίζω κι ας κοστίζει πολύ για τα σφαγμένα από τα μνημόνια εισοδήματά μας.

 

Είναι και κάτι σαν συνδετικός κρίκος με τον Γιάννη τον Κυριακίδη που μου το έμαθε κάπου στα 1992 όταν ήταν στις δόξες του και κάπνιζε φανατικά δυο, τρία μπορεί και περισσότερα τη μέρα, πότε ακριβά κοχίμπα και πότε φτηνότερα παρτάγκας ή ρομέο ανάλογα με το πώς πήγαινε το μεροκάματο όπως έλεγε τη δουλειά του.

 

Ήταν απολαυστικός όταν καθόμασταν στην αγορά και έβγαζε από τη δερμάτινη θήκη που του είχε κάνει δώρο ο καρδιακός του φίλος ο Παναγιώτης ο Σπύρου το πολύτιμο τυλιγμένο καπνόφυλλο που όπως έλεγε το είχε ακουμπήσει ανάμεσα στα πόδια της κάποια παρθένα κουβανή καλλονή και είχε πάρει το άρωμά της. Το άναβε και φώναζε στον ταβερνιάρη όπως αποκαλούσε τον ιδιοκτήτη της αγοράς: «Χρήστο, βάλε μας κανένα ουζάκι και καμιά σαρδέλα κάθαρμα και σεμνά με το λογαριασμό»  και μετά ακολουθούσε η ουζοποσία με τα γνωστά πειράγματα και τις πλάκες από την δημοσιογραφική και πολιτική συνήθως ομήγυρη.

ΦΟΡΗΣ ΠΕΤΑΛΙΔΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ ΣΥΜΟΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΜΗΧΟΣ ΒΑΣΙΛΗΣ ΔΟΛΜΑΣ

Ό έχων δίνει του λέγαμε για το πούρο και όταν είχε και ήταν στις καλές του έβγαζε και δεύτερο και έλεγε «δεν μ’ αρέσει να δίνω αλλά πάρε κάθαρμα για να φύγει το κακό μάτι» και έτσι σιγά – σιγά απόκτησα κι εγώ την κακιά αλλά και απολαυστική συνάμα συνήθεια.

Με το που ήρθαν όμως τα μνημόνια και λιγόστεψαν τα έσοδα περιορίστηκαν  και τα ούζα μαζί φυσικά και τα πούρα και ο Γιάννης που δεν άντεχε στη στέρηση έπαιρνε τηλέφωνο κατά το μεσημεράκι και έλεγε σχεδόν  συνωμοτικά, βρήκα δυο παρτάγκας θα βάλεις το ούζο να πάμε στον ταβερνιάρη;

ΘΑΝΑΣΗΣ ΠΑΠΠΑΣ ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΜΗΧΟΣ

Όταν «έφυγε» ο Γιάννης για το μεγάλο ταξίδι, είχαν προηγηθεί οι «αναχωρήσεις» όλων σχεδόν των μελών της άτακτης παρέας,  Γουσίδης, Σπύρου κλπ η ουζοκατάνυξη μετά πούρου σχεδόν ακυρώθηκε αφού κανένας δεν είχε όρεξη να πάει στην «ΑΓΟΡΑ», μόνος καλαμιά, όπως έλεγε ο Γιάννης, χωρίς τον κεντρικό πρωταγωνιστή και μόνο μετά από πολύ καιρό αρχίσαμε κάποιοι – ο Νίκος  Ρούμπος, ο Σταύρος Τζήμας, ο Χρήστος Καραγιαννόπουλος και ο αξέχαστος Γιάννης ο Καμήλαλης – να ξαναπηγαίνουμε που και που στην «ΑΓΟΡΑ» όπου πλέον το ούζο είχε τη μορφή μνημόσυνου αφού όλο για τον Γιάννη και τις πλάκες του μιλούσαμε όλοι.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ

Το πούρο που σχεδόν είχα κόψει μετά το θάνατο του Γιάννη άρχισα να το ξανακαπνίζω  και για να το αγοράσω έπρεπε να πάω από τα δικαστήρια στη γειτονιά του Γιάννη, Τσιμισκή με Αγ. Σοφίας όπου υπάρχουν δυο – τρία πουράδικα και μετά να γυρίσω πίσω στην Ι. Δραγούμη για το ούζο στην «ΑΓΟΡΑ». Μεγάλη απόσταση που για να την κάνω με τα πόδια χρειαζόμουνα σχεδόν μια ώρα και έτσι έπαιρνα το αυτοκίνητο, σταματούσα για λίγο στη Μητροπόλεως, διπλός, έπαιρνα το πούρο και μετά γύριζα πίσω στη Δραγούμη όπου κάπου έβρισκα και το παρκάριζα πότε με λεφτά πότε τζάμπα.

Αυτά μέχρι που ο Μπουτάρης  μας έβαλε τα πασαλάκια – παλουκάκια τα λένε οι μαγαζάτορες – και τα  καρακόλια, τους δημοτικούς αστυνομικούς να μας κυνηγάνε από παντού κόβοντας τσουχτερές  κλήσεις και έτσι κόπηκε και το πούρο και το ούζο στην «ΑΓΟΡΑ» ή στο «μπαζ’ αγιάζι» που έκλεισε κι αυτό λόγω ανάπλασης του Μοδιάνο.

Τώρα για να μαζευτούμε για το ετήσιο μνημόσυνο του Γιάννη στην αγορά κανονίζουμε να είναι καμιά αργία ή έστω βράδυ που δεν γράφουν τα καρακόλια και μπορούμε να κάνουμε τη γύρα του πούρου και του ούζου, στη ζούλα σχεδόν σαν να ήταν και πάλι η χούντα τις μέρες του πολυτεχνείου.

 

Καλή η τάξη και ο σεβασμός στους κανόνες,  όμως η ζωή δεν είναι μόνο αυτά και θέλει και λίγη γλύκα όπως έλεγε και ο Γιάννης όταν του φώναζαν οι φίλοι ότι το πούρο βλάπτει και αυτόν και τους γύρω του και φυσικά ο δήμαρχος που ήταν κι αυτός της παρέας του Γιάννη, πρέπει για όλα να φροντίζει και όχι μόνο για κάποιους που σίγουρα εξυπηρετούνται από τα πασαλάκια.

 

Εξάλλου η Θεσσαλονίκη αυτό ήταν πάντα και αυτό είναι και σήμερα, μια μεγάλη και πολύβουη κυψέλη που μαζεύεται γύρω από το κέντρο όπως οι μέλισσες γύρω από τη βασίλισσά τους και αν σταματήσει ο κόσμος να κατεβαίνει στο κέντρο η πόλη θα γίνει ίσως πιο λειτουργική, όμως  θα είναι πλέον κάτι άλλο και όχι αυτό που ξέρουμε και αγαπήσαμε όλοι μας.

 

Κι αν ζούσε ο Γιάννης είμαι βέβαιος ότι θα φώναζε με το γνωστό του τρόπο στον δήμαρχο: «Μπουτάρη βγάλε τα παλούκια από τους δρόμους,  χαλάνε την εικόνα».

 

                                                            —————————————–