Τα τελευταία χρόνια, στην Ελλάδα, γινόμαστε μάρτυρες μιας τεράστιας παιδαγωγικής αντιμεταρρύθμισης στον χώρο της εκπαίδευσης. Η συνειδητοποίησή της είναι κάτι περίπλοκο, επειδή πολλοί Έλληνες (γονείς, καθηγητές, φοιτητές, πολιτικοί) θεωρούν ότι το κατάντημα της εκπαίδευσης, οφείλεται στο γεγονός ότι δεν εφαρμόζονται οι υπερμοντέρνες παιδαγωγικές και πολιτικές, που ζηλεύουν σε άλλες προηγμένες χώρες. Μήπως, όμως χρειάζεται να καταλάβουμε ότι η κρίση στην εκπαίδευση,είναι ακριβώς αυτή η αναθεώρηση και υποτίμηση της Παιδείας μας, λόγω της ασύντακτης και λαίμαργης εισαγωγής της λεγόμενης «μετα-μοντέρνας» κατάρτισης των δεξιοτήτων;

Το 2006, θα μπορούσαμε να πούμε ότι πραγματοποιείται η πρώτη συμβολική και ουσιαστική πράξη της συγκεκριμένης αντιμεταρρύθμισης, με την εισαγωγή των βιβλίων ουδέτερης ιστορίας στην ΣΤ΄Δημοτικού και στην Γ΄Γυμνασίου, τα οποία αποσύρθηκαν υπό την πίεση λαϊκών αντιδράσεων. Όμως η κορύφωση της αντιμεταρρύθμισης αυτής, συντελείται την τελευταία τριετία, με εγκυκλίους που φορούν τη μάσκα της «προόδου», ενώ στην πραγματικότητα αποτελούν μέρος της πλανητικής πολιτικής προσπάθειας δημιουργίας του ανέστιου τύπου ανθρώπου του 21ου αιώνα.

Στην ουσία επιχειρείται η αλλαγή του πολιτισμικού παραδείγματος, έτσι ώστε το καπιταλισμικό (καπιταλισμός συν πολιτισμός) σύστημα να βρει τα απαραίτητα «καύσιμα» (ανθρώπους, οικονομία, κοινωνικές σχέσεις, επικοινωνία , νέες «θρησκείες», κ.α) και να συνεχίσει να επιβιώνει. Στην προσπάθεια αυτή αξιοποιεί την τεχνολογική υπερχείλιση των ανακαλύψεων του 20 αιώνα και την έμφυτη ανθρωπιά μας, την οποία μεταλλάσει σε «ανθρωπισμό» και σε έναν κόσμο προόδου «χωρίς όρια» και χωρίς βέβαια κανένα συνεκτικό οντολογικό κέντρο.

Η νέα παιδαγωγική, κολύμπησε στα βαθιά νερά της παγκόσμιας αμφισβήτησης του ΄60 και υιοθετώντας τα αρχικά αναγκαία μηνύματά της – ενάντια στην αυταρχική παιδεία -στη συνέχεια τα ενσωμάτωσε σε μεθόδους μιας νέας βιοπολιτικής, οικονομικής και πολιτισμικής κυριαρχίας και παγκόσμιων ανισοτήτων. Η απλοποίηση της γλώσσας σε απλό κώδικα επικοινωνίας χωρίς πολιτισμική κληρονομιά και οι «κοίταξε και πες»(lookandsay) μέθοδοι διδασκαλίας, η εξάπλωση της μεγατεχνικής ως της μόνης και αναπόφευκτης προόδου του ανθρώπου, η θεοποίηση της ψηφιακής επικοινωνίας και η αμφισβήτηση σχεδόν αρχετυπικών μορφών κοινοτισμού (οικογένεια, γειτονιά, λαϊκή τέχνη, συναδελφικές επαγγελματικές ενώσεις, πολιτιστικοί σύλλογοι, αθλητικοί όμιλοι, συνδικάτα, θρησκευτική κοινότητα, κ.α), οδηγούν στην κυριαρχία του μαζικού ατόμου ενάντια στον συλλογικό άνθρωπο.

Οι Η.Π.Α ήταν το θερμοκήπιο των ιδεών αυτών, για να ακολουθήσει το παράδειγμά τους χρόνια αργότερα, η Γαλλία, σε μια εποχή μάλιστα που στην Αμερική, είχε ξεκινήσει ήδη μια κριτική σε ένα παιδαγωγικό σύστημα που γεννούσε εξειδικευμένους αναλφάβητους. Αξίζει εδώ να σημειώσουμε ότι η υπερμοντέρνα παιδαγωγική, ευελπιστώντας να απελευθερώσει το παιδί από κάθε καθοδήγηση και αυθεντία, ανακάλυπτε εκ νέου και χρησιμοποιούσε εκτεταμένα την ίδια της έννοιας της κοινότητας, της οικογένειας και της ομάδας.

Η πλήρης εξατομίκευση, ενός «προοδευτικού» πολιτισμικού Ροβινσώνα, θα συντελούνταν μέσα από φύσει παραδοσιακά ανθρώπινα στοιχεία, τα οποία το νέο σύστημα κυριαρχίας αμφισβητεί μόνον όταν εντάσσονται σε ένα εθνικό έδαφος, ή όταν αποτελούν εναλλακτικές μορφές οικονομίας και κοινωνίας, ενάντια στη παγκοσμιοποίηση της εκμετάλλευσης. Στο πλαίσιο αυτό, η ομάδα και η κοινότητα, καταλήγουν πειραματικά εργαλεία μάνατζμεντ στις «δημοκρατικές» πολυεθνικές επιχειρήσεις, ή στα σχολεία, όπου αξιοποιούν τον αξεπέραστο οικογενειακό δεσμό, αναπτύσσοντας τις απαραίτητες στρατηγικές που οδηγούν στην «κρατική» διαπαιδαγώγηση και στη φιλελεύθερη ολοκληρωτική «δημοκρατία» των ειδικών. Λίγο παράδοξα, θα λέγαμε ότι η οικογένεια και η σχολική κοινότητα ενδυναμώνονται τοπικά, για να καταλήξουν να αποδυναμώνονται συνολικά.

Οι μεταρρυθμίσεις της ελληνικής εκπαίδευσης είναι μέρος της «μοντέρνας» μαζικής κοινωνίας και λειτουργούν ως ιδεολογικοί μηχανισμοί μιας αριστερής «προοδευτικής» εξουσίας, ανάλογης της «παραδοσιακής» ολοκληρωτικής δεξιάς κυριαρχίας. Συμπληρώνουν των διαμεσολαβητικό ρόλο των ΜΜΕ που αντικαθιστούν ολοκληρωτικά κάθε αρχαϊκό, κοινοτικό ή πνευματικό δεσμό που έδινε νόημα στην ανθρώπινη ύπαρξη.

Τα βιβλία και η μνήμη στην πυρά

Τα πράγματα, είναι πολύ σοβαρά και όλοι μας είναι ιδιαίτερα σημαντικό να νοιαζόμαστε για το μέλλον της παιδείας και των παιδιών μας. Και τούτο, επειδή όσον κι αν ακούγεται υπερβολικό, οι εξελίξεις αυτές παίρνουν την εξελιγμένη μορφή ενός πανάρχαιου τρόπου άσκησης της συγκεντρωτικής απολυταρχικής εξουσίας: «το κάψιμο των βιβλίων» με τη συνακόλουθη εξάλειψη της μνήμης.

Από τους αρχαίους ιεροβασιλείς, στον τελευταία αυτοκράτορα Τσίν το 213 π.χ, και από εκεί στους Ναζί, το κάψιμο των βιβλίων και της μνήμης, αποτελούσε πάντα την «τελική λύση» όταν ο άνθρωπος επέμενε να θεωρεί τον εαυτό του ένα σύνθετο δημιούργημα με παρελθόν, παρόν και μέλλον, με λόγια και κείμενα πουείχαν σημασίαγια τον Έρωτα και τη ζωή, ενάντια στην ισοπεδωτική λογική του «εδώ και τώρα». Οι Ναζί μάλιστα, το πήγαν πιο μακριά, καίγοντας ολόκληρα χωριά και όχι μόνο ως αντίποινα. Έτσι έσβηναν την ιστορία, τη μνήμη, την ιστορία ενός τόπου. Τα ντουβάρια των σπιτιών, οι δρόμοι, οι εκκλησίες, τα σχολειά έκρυβαν συναισθήματα, μικρές οικογενειακές συνέχειες, κληρονομιά, παράδοση, λαϊκή σοφία και πολιτισμό που ποθούσε να επιζήσει στο μέλλον. Το καμένο έδαφος ήταν σύμβολο εξουσίας, υλικής και πνευματικής λεηλασίας, αλλά το κυριότερο ήταν γόνιμο για να ξαναγραφτεί η ιστορία με νέους κανόνες και πάντα με το φόβο ότι όλα είναι παροντικά και προσωρινά, εκτός από το κυρίαρχο χέρι της απολυταρχικής εξουσίας, που μπορεί να ξεγράφει τη μνήμη και να γράφει τον μέλλον.

Στη εποχή μας, το «κάψιμο των βιβλίων και της μνήμης» παίρνει μια αντιφατικήμορφή, καθώς υλοποιείται με την γοητευτική διαμεσολάβηση της ακαριαίας επικοινωνίας, της πλούσιας εντυπωσιακής στιγμιαίας εικόνας και την αναζήτηση του «ανθρωπιστικού ιδεώδους» μιας παγκόσμιας φυλής ουδέτερων ανθρώπων, ενός «φυλετικού κομμουνισμού», όπως τον περιγράφει ο πατριάρχης της μαζικής κουλτούρας των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, φιλόσοφος Μάρσαλ Μακ Λούαν.

Ο οποίος θεωρούσε ότι οι παραδοσιακές μορφές μάθησης ήταν νεκρές και πως η παγκοσμιοποίηση των μέσων οδηγεί στην παγκοσμιοποίηση της συνείδησης με «προοδευτικό» τρόπο. Έτσι στρώνεται ο …ζωτικός χώρος ενός πολιτισμού χωρίς πολιτισμική κληρονομιά και ακόμα πιο τραβηγμένα, χωρίς ανθρωπολογικά χαρακτηριστικά. Μέσα σε έναν κόσμο ανάλογο των τράνζιτ των αεροδρομίων, συνεχώς μετακινούμενο και πολλαπλά εντέλει υποταγμένο στην εξουσία του τεχνοφασισμού και της ψηφιακής ειδωλολατρίας, είτε με τη μορφή της παγκόσμιας ανοικτής αγοράς της δεξιάς, είτε στη μορφή της κοσμοπολίτικης «αδελφοσύνης» της αριστεράς.

Ο οικουμενικός Αμερικανός στοχαστής Λουίς Μάμφορντ, κρίνοντας τολμηρά την «απελευθερωτική» μελλοντολογία του Μακ Λούαν, μας δείχνει το μέγεθος της καταστροφής που υποθάλπει, αναφέροντας: «αν και η γενιά μου συνδέει συνήθως το κάψιμο αυτό με τις δημόσιες πυρές που άναβαν οι Ναζί κατά τη δεκαετία του 1930, αυτή ήταν μια σχετικά αθώα εκδήλωση, γιατί ξεφορτωνόταν μόνον ένα συμβολικό μέρος του παγκόσμιου αποθέματος βιβλίων. Αλλά ο Μακ Λούαν έμελλε να φανταστεί ως έσχατο δώρο της τεχνολογίας έναν πιο απόλυτο τρόπο ελέγχου: έναν τρόπο που θα πετύχει πλήρη αγραμματοσύνη, με καμιά μόνιμη καταγραφή εκτός από εκείνη που επίσημα συνδέεται με τον κομπιούτερ και είναι ανοικτή μόνο σε εκείνους που τους επιτρέπεται η πρόσβαση σε αυτό το μέτρο».

Η εξάπλωση της μονοσήμαντης ψηφιακής κουλτούρας, δίχως τη σύνθεση με τους παραδοσιακούς τρόπους έκφρασης και μάθησης, χωρίς ένα συνεκτικό εθνικό, εδαφικό και ιστορικό κέντρο, δίχως τη συνύπαρξη του μαυροπίνακα και της κιμωλίας με τον διαδραστικό πίνακα, δίχως την ισορροπία πνεύματος και τεχνικής, θα οδηγήσει στην εξάλειψη της πολυεγκεφαλικής συλλογικής μνήμης του ανθρώπου. Πολλοί ανθρωπολόγοι έχουν υποστηρίξει ότι αυτό θα οδηγούσε την ανθρωπότητα πολύ πίσω, σε μια πρό-πρωτόγονη κατάσταση, καθώς ακόμα και οι προ-εγγράμματοι λαοί είχαν αναπτύξει μια εξαιρετική μνήμη και διαφύλατταν με συνεχή επανάληψη – ακόμα και σε βάρος της επινόησης – τους χυμώδεις δεσμούς με το παρελθόν τους. «Οι βάρδοι αυτής της προφορικής κουλτούρας μπορούσαν να απαγγείλουν ολόκληρη την Ιλιάδα χωρίς να προσφύγουν ούτε σε μια γραπτή λέξη» (Λούις Μάμφορντ).

Το πρόβλημα δεν είναι η καινοτομία και η τεχνολογική εξέλιξη, αλλά η άγνοια για το τι εγκαταλείπουμε προς χάριν μιας ψυχαναγκαστικής προσταγής για καινοτομία. Έτσι, η απάλειψη της γραπτής καταγραφής, της υπομονετικής έντυπης μελέτης των βιβλίων, πέρα από την συλλογική αμνησία, οδηγεί και στη μειωμένη ενσυναίσθηση των παιδιών. Μουδιάζει δηλαδή την ικανότητα, να μπορούμε να «μπαίνουμε στη θέση του άλλου». Ο τεράστιος όγκος πληροφοριών, η εστίαση της προσοχής σε πολλαπλά αντικείμενα-προϊόντα (διαθεματικότητα) και η ανάγκη γρήγορων αντιδράσεων, μειώνουν το χρόνο, την προσοχή και τη διεργασία που απαιτείται ώστε ένα παιδί να μπει στο νόημα και τη σημασία των λέξεων και των φράσεων. Όπως δυσκολευόμαστε να κατανοήσουμε το νόημα πίσω και κάτω από τις λέξεις, ανάλογα αδυνατούμε να νιώσουμε την εμπειρία και το συναίσθημα πίσω και κάτω από τα λόγια του συνανθρώπου μας. Η ανάλυση σε βάθος και η αφοσίωση σε ένα βιβλίο (ακόμα και ως υλική μορφή), ενισχύουν την κριτική σκέψη και την ενσυναίσθηση, ενώ τα προηγούμενα τη μειώνουν. Η μνήμη και η ενσυναίσθηση, σχετίζεται με τον αναστοχασμό, τα συμπεράσματα, την ανακεφαλαίωση και την αίσθηση του χώρου, του χρόνου και της συνέχειας, κάτι που στο ψηφιακό, «οικουμενικό χωριό» του Μακ Λούαν δεν είναι προτεραιότητες. Αλήθεια, πόσο τραγελαφικό και δυσοίωνο, είναι το γεγονός ότι όσο αυξάνεται η απαίτηση και η ανάγκη για περισσότερη «μνήμη-ram», στα τάμπλετς, τους υπολογιστές και τα κινητά μας, τόσο περισσότερο εξαφανίζεται και συκοφαντείται η εθνική και συλλογική μας μνήμη;

Μια καλή αρχή, είναι οι γονείς να διαβάζουμε προσεκτικά τα σχολικά βιβλία των παιδιών μας. Να κατανοήσουμε τι παίζεται κάτω από τους εντυπωσιακούς τίτλους και τις προσταγές μιας υπερμοντέρνας παιδαγωγικής. Η αποδοχή της τεχνολογικής τελειότητας ως Μεσσία, κατασιγάζει το άγχος μας ως γονείς για έναν μέλλον που διαισθανόμαστε εφιαλτικό. Έχουμε ανάγκη να νιώθουμε αισιόδοξοι, αλλιώς το υπαρξιακό αδιέξοδο του σύγχρονου ανθρώπου μπορεί να μας καταπιεί. Η ανάγκη αυτή όμως δεν εξαφανίζει το άγχος και το αδιέξοδα. Χρειάζεται πάντα και ο διαρκής αγώνας ενάντια στην ισχύ του ολοκληρωτισμού – που ετοιμάζει ήδη τον υπερτεχνολογικό μετάνθρωπο – θέλοντας τα παιδιά μας και εμάς, μοναχικούς Νάρκισσους, οικονομικές μονάδες παραγωγής και υπηκόους.

Οι ταγοί του Υπουργείου Παιδείας μας, αποτελούν τους καλλίτερους πρεσβευτές του υπερμοντέρνου παιδαγωγικού σχετικισμού, που καταλήγει σε αυτό που πολλοί ονομάζουν «γενοκτονία της μνήμης». Καίνε τη μνήμη και ξαναγράφουν την ιστορία, σύμφωνα με την νέα βιοπολιτική εξουσία που σχεδιάζει τη νέα ανακατανομή κυριάρχων και κυριαρχούμενων λαών. Χρειάζεται να κριθούν πολύ αυστηρά από τους γονείς, έχοντας υπόψιν όλα τα παραπάνω. Η εξάλειψη της μνήμης και της ιστορίας είναι η νέα μορφή πνευματικής υποδούλωσης. Και ποιος θα ήθελε, δούλους τα παιδιά του; 

 

Δημήτρης ΓιαννάτοςΚοινωνιολόγος, Σύμβουλος απεξάρτησης στο Κέντρο Θεραπείας Εξαρτημένων ατόμων (ΚΕΘΕΑ)

ΠΗΓΗ: Huffingtonpost.gr