Δημήτριος Δακρότσης
Διδάκτωρ Φιλοσοφίας ΕΚΠΑ/Μεταδιδακτορικός Ερευνητής

Η χαρά της πλήρωσης ενός σκοπού, που φτάνει σχεδόν μέχρι τα χέρια μας και την τελευταία στιγμή ξεγλιστρά είναι μία από τις μεγαλύτερες αγωνίες του νου• και ποιος είναι ο σκοπός του νου; Σκοπός του νου είναι η μεταβολή της πραγματικότητας σύμφωνα με λογικά κριτήρια, τα οποία θα μπορούσαμε να ονομάσουμε ωφελιμιστικά. Η δε κινητήριος αρχή του λογικού νου είναι η βούληση, το σκοποθετικό ελατήριο, που μαζί με την διασκεπτική ενέργεια οδηγούν σε ολοκληρωμένα έργα. Και εάν το δούμε σε βάθος, η αξία κάθε έργου δεν συνδέεται μόνο με την ωφελιμότητα του αποτελέσματος, αλλά και με την ηθική επιβράβευση του προσώπου που πράττει. Η προέκταση της υλιστικής αξίας του σκοπού στο περιβάλλον της ηθικής, η πρακτικότητα, είναι ό,τι συνδέει την βούληση με την γενική αρχή του αγαθού. Είναι δηλαδή αγαθός, όπως επισημαίνει ο Benedetto Croce, κάθε σκοπός που παράγει έργα ομορφιάς, αλήθειας, κοινής ωφέλειας.

Η πρόταση του Ιταλού φιλοσόφου είναι δηλωτική ενός καταφανούς υποκειμενισμού, όσον αφορά στα όρια των περί αγαθότητας κριτηρίων: είναι διαφορετική η ερμηνεία της ομορφιάς, της αλήθειας, της κοινής ωφέλειας από κοινωνία σε κοινωνία και από εποχή σε εποχή• η δε ωφελιμότητα του αποτελέσματος, τις περισσότερες φορές συγκρούεται με ό,τι ονομάζουμε μέσον προς την επίτευξη του σκοπού. Από την άλλη, η αξιολόγηση των αποτελεσμάτων των πράξεων σύμφωνα με αρχετυπικούς κανόνες είναι κατάσταση πολύ συγκεκριμένη και λογικά προσδιορισμένη, για να στηριχτεί σε υποκειμενικές ποιότητες όπως είναι οι παραπάνω. Πώς όμως η έννοια της ηθικής συσκοτίζεται από μία τέτοια ερμηνεία;

Ηθικοποιώντας κάθε λογικό αποτέλεσμα σύμφωνα με υποκειμενικά κριτήρια ό,τι καταφέρνουμε είναι να προσδίδουμε αντικειμενικό κύρος στα κριτήρια αυτά. Από εδώ ξεκινά η αλλοίωση του νοήματος της ηθικής• γιατί πράγματι η ηθική μπορεί να συνυπάρχει με υποκειμενικές καταστάσεις ή πράγματα, ωστόσο οι χαρακτηρισμοί ηθικό-ανήθικο, αγαθό-κακό, αναφέρονται σε αντικειμενικές κρίσεις. Με άλλα λόγια, παρόλο που η ηθική, αναπροσαρμόζεται, παρεισφρέει και ελίσσεται μεταξύ υποκειμενικών στιγμών, η αλήθειά της δεν ολοκληρώνεται σε αυτές τις στιγμές. Η αλήθεια της ηθικής δεσμεύεται από την καθαρότητα των ελατηρίων των συνδεδεμένων με αυτή σκοπών• τα δε αποτελέσματα των σκοπών, οι πράξεις, είναι πάντοτε αντικειμενικές. Το ατόπημα που παρατηρώ στην σύγχρονη ερμηνεία της ηθικής είναι σύνθετο: από τη μία ορίζει το αγαθό και εξάγει αξιολογήσεις με κριτήριο κυρίως την έκταση της ωφελιμότητας των πράξεων, στηρίζεται δηλαδή αυστηρά στη λογική, από την άλλη συνδέει τα λογικά αποτελέσματα με υποκειμενικές ηθικές συνιστώσες, υπονοώντας ότι η ηθική, γενικά, δεν αποτελεί μετρήσιμο μέγεθος ή ότι είναι κάτι δευτερεύον σε σχέση με το αποτέλεσμα του λογικού σκοπού. Και η ηθική επιβράβευση;

Η μετάθεση του κριτήριου αγαθότητας των προθέσεων από το περιβάλλον της καθαρής πρακτικότητας στο περιβάλλον της λογικής, αλλά και η συσκότιση των αντικειμενικών αξιολογικών προσδιορισμών, μεταφέρει στα κοινωνικά άτομα το μήνυμα ότι ό,τι έχει σημασία δεν είναι η ελευθερία της βούλησης, αλλά η επιβράβευση του λογικού αποτελέσματος, σύμφωνα μόνο με το μέτρο της ποσότητας και της ποιότητας. Από εδώ και έπειτα είναι επόμενο, η ρυθμιστική αρχή της βούλησης να ενδιαφέρεται περισσότερο για την επιβράβευση και όχι για τον καθαρό τον εαυτό της: η ηθική επιβράβευση καταλαμβάνει την θέση του αρχικού σκοπού, ενώ ο αρχικός σκοπός καθίσταται μέσον προς αυτή την επιδίωξη. Και ποια είναι η επιδίωξη; Η κατάκτηση ενός μεγαλύτερου και επικρατέστερου λογικού σκοπού στον κανόνα των ήδη κατακτημένων είναι ό,τι κινεί τα βουλητικά ελατήρια. Έτσι ενισχύεται η έμφυτη τάση του κοινωνικού ανθρώπου για κατάκτηση περισσότερης γνώσης, προκειμένου τα αποτελέσματα των πράξεών του να είναι άξια προς επιβράβευση. Αλλά έτσι δημιουργείται και ο νιτσεϊκός υπεράνθρωπος, ο οποίος μάχεται αλαζονικά να υπερβεί τα όρια της λογικής και της ηθικής. Και η αρετή; Η σύνδεση της ενέργειας της ψυχής σύμφωνα με την μεσότητα, η οποία προϋποθέτει καθαρότητα σκοπών αλλά και μέσων που χρησιμοποιούνται για την κατάκτησή της;

Η δύναμη του ανθρώπου να μεταβάλλει την πραγματικότητα έχοντας συσκοτισμένο το κριτήριο της αρετής είναι αυταπάτη. Ο νιτσεϊκός υπεράνθρωπος χαρακτηρίζεται από το στοιχείο της υπερβολής και για τον λόγο αυτό παρεκκλίνει από το ηθικό κριτήριο της αριστοτελικής αρετής: την μεσότητα μεταξύ δύο άκρων: της έλλειψης και της υπερβολής. Σοφοί του λαού και άνθρωποι του πνεύματος αντικρύζουν με δέος αυτή την αυταπάτη, η οποία μοιάζει με κατάρα του νου στην ιστορία. Μεταφερμένη από μύθους και αλληγορίες, η παλαιότατη αγωνία των επιπτώσεων της ανθρώπινης αλαζονείας φτάνει σε εμάς ως δίδαγμα. Προσφιλές και πολυσυζητημένο, το παράδειγμα της Παλαιάς Διαθήκης και η τιμωρία που υπέστησαν όσοι έθεσαν ως σκοπό να αγγίξουν τον νου του Δημιουργού χτίζοντας τον Πύργο της Βαβέλ.

Την σημερινή πραγματικότητα, είτε δημιουργήσαμε εμείς με την ορμή μας, είτε την οργανώσαμε στη βάση ενός ηθικολογικού οικοδομήματος προερχόμενο κυρίως από τις τάσεις της νεωτερικότητας. Θα ήταν άδικο λοιπόν για τον σύγχρονο άνθρωπο, να χρεωθεί όλο το βάρος μιας νοοτροπίας που χαλκεύθηκε με επιμέλεια και παραδόθηκε σε αυτόν ως «λογική του συστήματος». Ωστόσο, οι παρενέργειες της συσκοτισμένης βούλησης αφορούν και πρέπει να λύνονται στο παρόν. Μα την αλήθεια, πόσα προβλήματα δεν θα υπήρχαν, εάν ο νους μας είχε αποφύγει την πλάνη; Αλλά και από την άλλη, ποιος δεν φοβάται να αντιμετωπίσει μία λογική, η οποία έχει προδώσει τον ρόλο της και από προαγωγός της ανθρώπινης ευημερίας έχει μεταμορφωθεί σε αντίπαλό της;

Όλοι, λίγο-πολύ, αντιμετωπίζουμε κοινά προβλήματα• τόσο κοινά, που αρκεί μία ματιά, ένα νεύμα ή ένα μειδίαμα για να καταλάβουμε μεταξύ μας, οι συνομιλητές, ότι πορευόμαστε στο ίδιο μονοπάτι δυσκολιών. Γιατί ο νους, η λογική, η βούληση, ακόμη ό, τι βλέπουμε και δεν μπορούμε να εξηγήσουμε αλλά γνωρίζουμε ενορατικά, εκδηλώνεται ενδιάθετα, έχοντας προσλάβει χαρακτήρα γενικευμένης, πλην άτυπης αρχής. Αρχή που ξεπερνά την Ενσυναίσθηση (Empathy), όπως αποκάλεσε ο David Hume την ιδιότητά μας να αναγνωρίζουμε τα συναισθήματα των συνανθρώπων μας και αγγίζει την αμεσότητα της τυπικής, καθημερινής μορφής επικοινωνίας.
Τα προβλήματα είναι προβλήματα και ο νους είναι νους: τα προβλήματα συστηματοποιούνται με τη βοήθεια του νου και εκδηλώνονται μέσα μας συναισθηματικά. Ο νους ωστόσο είναι προγραμματισμένος από την φύση, να γνωρίζει την πηγή των προβλημάτων του και τη λύση τους. Επιπλέον γνωρίζει πρακτικές επίλυσης, κατευθύνσεις ευφάνταστες, δημιουργικές, καινοτόμες. Γνωρίζει επίσης τη στιγμή της επίλυσης, εφόσον ακολουθηθούν τα σωστά βήματα. Το ερώτημα είναι γιατί, ο σύγχρονος άνθρωπος, παρόλο που έχει στο χέρι του το αγαθό της ουσιαστικής γνώσης εντούτοις δεν το αξιοποιεί;

Ο νους δεν είναι μόνο λογική, αλλά και βούληση• η τελευταία είναι παραγωγός ηθικών σκοπών και πράξεων. Μπορεί λογική και βούληση να είναι μεταξύ τους σύμφωνες, αλλά το ελατήριο που ενεργοποιεί το υποκείμενο να πράξει, να είναι αδρανές. Είμαστε, με άλλα λόγια, μηχανές που αυτο-καθορίζονται, αυτο-ελέγχονται και αυτο-ενεργοποιούνται• ωστόσο, ενώ υπάρχει ο σχεδιασμός, ότι ονομάζουμε προοπτική, το τελευταίο σημείο, δηλαδή η αυτό-ενεργοποίηση, δεν υπακούει στα κελεύσματα του σχεδιασμού. Γιατί;
Αντίθετα με τις μηχανές, ο άνθρωπος δεν λαμβάνει μόνον εξωτερικές, αλλά και εσωτερικές, οικείες προς τον ίδιο, εντολές. Η διαδικασία αποσαφήνισης της πραγματικότητας λαμβάνει χώρα στον θεωρητικό νου, τη λογική και την άμεση ενορατική γνώση, δηλαδή την αισθητική εποπτεία, ενώ η μεταβολή της πραγματικότητας μετουσιώνεται στον πρακτικό νου, τη βούληση. Ωστόσο, η βούληση, θέτει σε κίνηση όχι μόνον ό,τι είναι απαραίτητο για να μετατρέψουμε τους σκοπούς μας σε πράξεις, αλλά θέτει σε κίνηση και την ίδια τη λογική, προκειμένου αυτή, διαμέσου της διασκεπτικής ενέργειας, να παράξει αισθητικές μορφές και λογικές έννοιες. Τούτη η ανάλυση μάς είναι χρήσιμη για να μελετήσουμε το σημείο αναστολής του βουλητικού ελατηρίου που εξετάζουμε εδώ.

Όσον αφορά στο δεύτερη περίπτωση, το βουλητικό ελατήριο ενεργοποιείται επιτυχώς: ο νους μας υπακούει στους σκοπούς της βούλησης και εκτελεί την εσωτερική ενέργεια του σκέπτεσθαι. Περιορίζουμε λοιπόν το ενδιαφέρον μας στο πρόβλημα του βουλητικού ελατηρίου, που δεν είναι άλλο από το γεγονός της μη μετατροπής των αποτελεσμάτων της διασκεπτικής λειτουργίας σε ωφέλιμους σκοπούς και -εν συνεχεία- σε πράξεις. Εξειδικεύουμε λοιπόν το ερώτημα: γιατί οι βουλήσεις, ενώ κινούν επιτυχώς τα αισθητικά και διασκεπτικά ελατήρια,  δυσκολεύονται να παράξουν σκοπούς σύμφωνα με το κριτήριο της εσωτερικής ελευθερίας;

Για να απαντήσουμε πρέπει να δούμε τι είναι αυτό που κινεί της βουλήσεις: όπως είπαμε, ο άνθρωπος δεν είναι ετεροκαθοριζόμενη μηχανή• είναι οντότητα με κρίση και αντίληψη. Είναι όμως και οντότητα με ψυχή, συναίσθημα, συνείδηση. Μπορεί να είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε ότι η λογική εκδηλώνεται νευροφυσιολογικά διαμέσου χημικών μεταβολών σε περιοχές του εγκεφάλου, ωστόσο η συσχέτιση των εγκεφαλικών λειτουργιών με τα βαθύτερα επίπεδα της νόησης, δεν έχει ακόμη προσδιοριστεί από το περιβάλλον της επιστήμης . Επομένως, κάθε άλλο παρά έχουμε στη διάθεσή μας κριτήρια ικανά προκειμένου να διεξαγάγουμε ασφαλή συμπεράσματα για την βαθύτερη φύση των ελατηρίων των βουλήσεών μας. Το μόνο βέβαιο είναι ότι βουλητικός και σκοποθετικός νους αλληλεπιδρούν με την ψυχολογία: ισχυρή ψυχολογία, δηλαδή ψυχολογία ενισχυμένη με το ευεργετικό συναίσθημα της καλής διάθεσης, προδιαθέτει θετικά τον νου: θετικά προδιατεθειμένες βουλήσεις αλληλεπιδρούν με καθαρές λογικές σκέψεις και αντίστροφα: θετικές σκέψεις, απεξαρτούν τις βουλήσεις από ξένα στοιχεία, που συσκοτίζουν την ενέργειά της.  Όταν όμως οι βουλήσεις δεν είναι ελεύθερες, δεν μπορούμε να σκεφτούμε καθαρά και δεν μπορούμε να πράξουμε ελεύθερα: τροφοδοτώντας την αισθητική μας γνώση με εικόνες ενός περιβάλλοντος θολού και απειλητικού, οι αρνητικές προς την ωφελιμότητα του νου, σκέψεις, διογκώνονται από την αμφιβολία και παύουν να είναι λογικές. Στο περιβάλλον αυτό είναι επόμενο, ο δεσμώτης άνθρωπος να προτιμά την ασφάλεια της απραξίας από την βεβαιότητα της ηθικά προσανατολισμένης πράξης. Πρόκειται για μία κατάσταση σταθερότητας, που δεν στηρίζεται στην λογική της εξισορρόπησης ανάμεσα στην έλλειψη και την υπερβολή, δεν λειτουργεί δηλαδή ως κίνηση με σκοπό την ανεύρεση της μεσότητας, αλλά στηρίζεται σε μία κατάσταση μόνιμης ακινησίας.

Ο υπεράνθρωπος του Νίτσε, φοβούμενος πλέον να στοχαστεί , έχει περιέλθει σε αδράνεια• καθισμένος επάνω στις δάφνες της λογικής του, βλέπει με θλίψη και δειλία τον κόσμο να μεταβάλλεται ερήμην του. Η καταρρακωμένη από ψευδείς λογικοφανείς κοινωνικές προσταγές βούλησή του, αρνείται να ενεργοποιήσει το θυμικό επίπεδο που κινητοποιεί την έμφυτη δημιουργικότητά του. Μέσα στην παθητικότητα, ο άνθρωπος της νέας εποχής κλείνεται στον εαυτό του και γίνεται παρατηρητής της πραγματικότητας: μιας πραγματικότητας που του προκαλεί πόνο• πόνο αβάσταχτο, τον οποίο δεν μπορεί να εκδηλώσει εξαιτίας του φόβου των συνεπειών.

Καλωσορίσαμε λοιπόν στο Σπήλαιο του Πλάτωνα! Τα ευχάριστα νέα; Ότι έχουμε το κλειδί της εξόδου. Το ότι η βούλησή μας είναι ηθικά προσανατολισμένη προς την πράξη της απελευθέρωσής της είναι κάτι το οποίο δεν επιδέχεται αμφισβήτησης. Ό,τι μένει είναι το θάρρος της κίνησης που θα μας απελευθερώσει από τον θολό και θλιβερό κόσμο του τίποτα, τις σκιές του Σπηλαίου, και θα μας ανεβάσει φιλοσοφικά στον κόσμο της α-λήθειας, της ζωής που όλοι δικαιούμαστε. Τούτο το θάρρος για ελεύθερη βούληση με σκοπό την γνώση, μας δίδαξε ο μαθητής του Πλάτωνα, Αριστοτέλης, συνδέοντας την ηθική με την αρετή: την απαλλαγμένη από κάθε υπερβολή ή έλλειψη, γνώση της πραγματικότητας: την καθαρή ουσία της .

Benedetto Croce, La storia come pensiero e come azione, Edizione Laterza e Figli, Bari 1938, pg. 47.
John Z. Young, Ο εγκέφαλος και οι φιλόσοφοι, Μετάφραση Μυρτώ Αντωνοπούλου, Εκδόσεις Κάτοπτρο, Αθήνα 1991, σ. 24.
Κάρλ Λεβίτ, Από τον Χέγκελ στον Νίτσε,Τόμος Α’, Εκδόσεις Γνώση, Αθήνα 1987, σ. 311.
Θεοδόσιος Πελεγρίνης, Ηθική Φιλοσοφία, Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1996, σ.96.