Δεν στερείται συμβολισμών και ουσίας το γεγονός ότι στην κρίσιμη συνεδρίαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, εκεί όπου τελικά ανατράπηκαν όχι μόνο οι αρχικές προτάσεις αλλά και ο μετέπειτα συμβιβασμός για τις κορυφαίες θέσεις των Ευρωπαϊκών θεσμών, η Ελλάδα απουσίαζε και ο πρωθυπουργός είχε εκχωρήσει το δικαίωμα ψήφου στον Ισπανό ομόλογό του.

Ίσως να αντανακλούσε την επίγνωση ότι μια χώρα σε ενισχυμένη επιτήρηση μάλλον δεν μπορεί να έχει αυξημένο λόγο στις ευρωπαϊκές υποθέσεις.

Οι ίδιες οι τελικές επιλογές προσώπων διαμορφώνουν το τοπίο το οποίο θα έχει να αντιμετωπίσει η επόμενη ελληνική κυβέρνηση στις Βρυξέλλες.

Υπό την προϋπόθεση φυσικά ότι θα εγκριθούν τα πρόσωπα από το ευρωκοινοβούλιο. Η εκλογή προέδρου στο Ευρωκοινοβούλιο πήγε σχετικά ομαλά, δηλαδή τηρήθηκε η υπόσχεση να το πάρουν οι σοσιαλιστές για αντιστάθμισμα στην μη εκλογή Τίμερμανς στην προεδρία της Επιτροπής, αλλά μένει να δούμε εάν θα γίνει αποδεκτή και η κ. φον ντερ Λάιεν, ιδίως εάν σκεφτούμε τις μεγάλες αντιδράσεις που υπάρχουν πρώτα και κύρια μέσα στην ίδια τη Γερμανία.

Ενισχύεται ο γερμανικός έλεγχος

Καταρχάς είναι εμφανές ότι ο γερμανικός έλεγχος σε κομβικούς ευρωπαϊκούς θεσμούς ενισχύθηκε. Η παρουσία της κ. Φον ντερ Λάιεν στην κορυφή της Επιτροπής έρχεται να συμπληρώσει την ισχυρή γερμανική παρουσία σε μια σειρά από θεσμούς, καθώς θέσεις κλειδιά, όπως π.χ. η ηγεσία του ESM, είναι σε γερμανικά χέρια.

Αυτό εκ των πραγμάτων θα αφήσει ένα ιδιαίτερο «γερμανικό» χνάρι σε αρκετές επιλογές της Ένωσης από εδώ και πέρα και αυτό για την Ελλάδα παραδοσιακά σημαίνει αυξημένη αυστηρότητα ως προς τα τυπικά και ονομαστικά κριτήρια, σε μια περίοδο που θα λογικά θα επιδιωχθεί η μείωση των απαιτούμενων πρωτογενών πλεονασμάτων.

Η κ. φον ντερ Λάιεν θεωρείται για τα γερμανικά δεδομένα οπαδός μιας «φεντεραλιστικής» οπτικής, αλλά ας μην το δούμε αυτό ως λογική αυξημένης αλληλεγγύης.

Είναι αλήθεια ότι η κ. φον ντερ Λάιεν προέρχεται από την ίδια πολιτική οικογένεια με τη ΝΔ και τον Κυριάκο Μητσοτάκη, όμως η εμπειρία της Ελλάδας μετά το 2010 ήταν ότι αυτού του είδους οι πολιτικές αναφορές συνήθως δεν μεταφράζονταν και σε κάπως πιο ευνοϊκή μεταχείριση.

Αναβαθμισμένος ρόλος Μακρόν

Παράλληλα, αναβαθμίζεται και ο πολιτικός ρόλος του Εμανουέλ Μακρόν μια που μπόρεσε να έχει τον τελικό λόγο και στη δεύτερη συμβιβαστική πρόταση και μπορεί να υποστηρίζει ότι έσπρωξε τα πράγματα σε πιο «φεντεραλιστική» οπτική.

Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θα προωθηθούν και τα σχέδιά του για σχετικό εκδημοκρατισμό και βάθεμα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, ούτε ότι αυτά τα σχέδια θα σημαίνουν απαραίτητα και πιο αλληλέγγυα στάση απέναντι στην Ελλάδα.

Ας μην ξεχνάμε ότι η θέση ότι η Γαλλία θα μπορούσε να είναι σύμμαχος έχει εξαγγελθεί πολλές φορές χωρίς απαραίτητα να έχει πάρει και κάποια πιο συγκεκριμένη μορφή, καθώς πέραν ρητορικών διαφορών πραγματικές αποκλίσεις δεν καταγράφονταν.

Μια παλιά γνώριμη στην κορυφή της ΕΚΤ

Η επιλογή της κ. Λαγκάρντ για την κορυφή της ΕΚΤ εξυπηρετεί προφανώς την εικόνα που ήθελε να δώσει η Γαλλία, ενώ αρκετοί επενδύουν και στις ιδιαίτερες επαφές που έχει η επικεφαλής του ΔΝΤ με ηγέτες σε παγκόσμια κλίμακα, σε μια εποχή που η Ευρώπη, μετά τη σταδιακή απόσυρση από το προσκήνιο της κ. Μέρκελ εμφανίζει και στοιχεία κρίσης ηγεσίας.

Βέβαια, το ισχυρό σημείο της κ. Λαγκάρντ είναι η ικανότητα να χειρίζεται ισορροπίες και συμβιβασμούς και όχι το όραμα, ενώ της λείπει η οικονομική διορατικότητα που κάποιες φορές είναι η κρίσιμη δεξιότητα που πρέπει να διαθέτει ένας κεντρικός τραπεζίτης, πολύ περισσότερο εάν μιλάμε για έναν οργανισμό όπως η ΕΚΤ.

Ούτε πρέπει βέβαια να ξεχνάμε ότι η Κριστίν Λαγκάρντ ήταν στην ηγεσία του ΔΝΤ στο μεγαλύτερο μέρος της μνημονιακής περιόδου και τώρα θα ηγείται ενός θεσμού της πάλαι ποτέ «Τρόικας» και φυσικά γνωρίζουμε ποια ήταν η αντίληψη του ΔΝΤ για το «ελληνικό πρόβλημα».

Η επιλογή του βέλγου Σαρλ Μισέλ για τη διαδοχή του κ. Τουσκ στη θέση του Προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, είναι μια κίνηση που ενισχύει την ευρύτερη γαλλική επιρροή ή την επιρροή του τρόπου σκέψης του Εμανουέλ Μακρόν, καθώς και εδώ έχουμε να κάνουμε με μια υποτίθεται πιο «φεντεραλιστική» τοποθέτηση. Όμως, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε τα όρια των αρμοδιοτήτων που θα έχει ο κ. Μισέλ (όπως και ο νέος Ύπατος Αρμοστής για ζητήματα εξωτερικών υποθέσεων και ασφάλειας Ζοσέπ Μπορέλ, έμπειρος στα ευρωπαϊκά).

Όχι απαραίτητα πιο φεντεραλιστική λειτουργία

Δεν θα πρέπει να υποτιμήσουμε το γεγονός ότι σε μια περίοδο όπου υποτίθεται ότι θα εμπεδώνονταν θεσμοί όπως αυτός των spitzenkandidaten που θα έδιναν μια δημοκρατική νομιμοποίηση στις επιλογές προσώπων, τελικά καταλήξαμε σε ένα ιδιαίτερα περίπλοκο παζάρι, όπου αντί για «δημοκρατικές» ή «φεντεραλιστικές» λογικές κυριάρχησαν κάθε είδους βέτο και τρικλοποδιές από επιμέρους κράτη, με πρωτοπόρα π.χ. τα κράτη του Βίζεγκραντ. Κοντολογίς αυτό που στην ιδιόλεκτο των ευρωπαϊκών θεσμών αποκαλείται «διακυβερνητική προσέγγιση».

Όλα αυτά παραπέμπουν σε μια προσπάθεια των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων να αποφύγουν μια ανοιχτή θεσμική κρίση (υπό την προϋπόθεση της έγκρισης της κ. φον ντερ Λάιεν από το Ευρωκοινοβούλιο), αλλά και ταυτόχρονα μια πραγματική δυσκολία στη χάραξη στρατηγικής. Ας μην ξεχνάμε ότι η επιλογή των προσώπων είναι το εύκολο κομμάτι της διαδικασίας.

Οι πραγματικές προκλήσεις και η θέση της Ελλάδας

Η πραγματική δυσκολία αφορά την πολιτική που θα ασκήσουν οι ευρωπαϊκοί θεσμοί σε μια περίοδο όπου η ευρωπαϊκή οικονομία είναι σε επιβράδυνση, τα προβλήματα νομιμοποίησης εντείνονται, αποκλίνουσες απόψεις καταγράφονται σε ζητήματα όπως το κράτος δικαίου ή τα δικαιώματα, οι φωνές που ζητούν «επανεθνικοποίηση πολιτικών» εντείνονται και τα ερωτήματα για την κοινή εξωτερική πολιτική παραμένουν ανοιχτά, την ώρα που το διεθνές περιβάλλον σφραγίζεται από τους ανταγωνισμούς σε άλλα επίπεδα, από τον εμπορικό πόλεμο ανάμεσα σε ΗΠΑ και Κίνα, μέχρι τον νέο Ψυχρό Πόλεμο με τη Ρωσία και τις νέες εντάσεις στον Περσικό.

Η Ελλάδα το τελευταίο διάστημα δεν δέχτηκε μεγάλες πιέσεις κυρίως γιατί σε μια μεταβατική και προεκλογική περίοδο κυριαρχούσε η επιθυμία να μην υπάρχει πρόβλημα. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι τόσο οι κυβερνήσεις όσο και οι θεσμοί θα είναι έτοιμοι να συζητήσουν μια χαλάρωση των μεταμνημονιακών δεσμεύσεων της χώρας.

Το πιο πιθανό είναι να επιμείνουν στην τήρηση των συμφωνηθέντων ακριβώς για να δώσουν την αίσθηση ότι η νέα κατάσταση δεν σημαίνει παρέκκλιση, ιδίως από τη στιγμή που θα υπάρχουν πάντα και πολιτικές δυνάμεις έτοιμες να καταγγείλουν τυχόν «παραχωρήσεις» σε μια συγκυρία όπου οι ευρωπαϊκοί θεσμοί θα αντιμετωπίζονται με αρκετή επιφυλακτικότητα και από κόμματα και από την κοινή γνώμη αρκετών χωρών.

Αυτό εκ των πραγμάτων θα σημαίνει ότι κάθε άλλο παρά εύκολη θα είναι η συνθήκη που θα κληθεί να αντιμετωπίσει η νέα ελληνική κυβέρνηση στη διαρκή διαπραγμάτευσή της με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς.

 

ΠΗΓΗ: In.gr