Μήπως πιστεύετε ότι πολλά από τα γεγονότα που συμβαίνουν είναι κατασκευασμένα, αλλά αποφεύγετε να το παραδεχτείτε, για να μην ανησυχήσουν οι φίλοι σας ότι έχετε αρχίσει να υποφέρετε από ψυχολογικές διαταραχές; Πιστεύετε ότι πολλές από τις φαινομενικά «ελεύθερες» επιλογές μας δεν αποτελούν εξ ολοκλήρου δικές μας αποφάσεις, αλλά έχουν «σκηνοθετηθεί» από κάποια άγνωστα κέντρα; Αν ναι, τότε όχι μόνο δεν είστε οι μόνοι, αλλά είναι πιθανό να έχετε δίκιο σε κάποιον βαθμό.

Η καθηγήτρια της Σχολής Διοίκησης Επιχειρήσεων του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ Σοσάνα Ζούμποφ έγραψε το βιβλίο «The Surveillance Capitalism» («Η εποχή του κατασκοπευτικού καπιταλισμού») –θα κυκλοφορήσει τον Νοέμβριο στα ελληνικά από τις εκδόσεις Καστανιώτη–, το οποίο έχει αποσπάσει διθυραμβικές κριτικές και έχει συγκριθεί με τον «Πλούτο των εθνών» του Άνταμ Σμιθ. Η κυρία Ζούμποφ ολοκλήρωσε μια πολυετή έρευνα και ισχυρίζεται με τεκμηριωμένα επιχειρήματα ότι το Google και το Facebook, πίσω από τη βιτρίνα μιας μηχανής αναζήτησης και ενός κοινωνικού δικτύου αντίστοιχα, είναι στην πραγματικότητα δύο παγκόσμιες επιχειρήσεις εξατομικευμένης παρακολούθησης και χειραγώγησης της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Μέσα από τον συνδυασμό συστημάτων συλλογής, αποθήκευσης και ανάλυσης δεδομένων με τη βοήθεια ειδικά σχεδιασμένων και μυστικών εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης, το Google και το Facebook γνωρίζουν τα ψυχολογικά «κουμπιά» κοινωνιών ομάδων αλλά και του κάθε χρήστη προσωπικά και τα πατούν καταλλήλως. Ένα εργοστάσιο αυτοκινήτων ή ένα πολιτικό κόμμα μπορεί να απευθυνθεί στην Google ή στο Facebook και να αγοράσει συμβουλευτικά προγράμματα πρόβλεψης πολιτικών ή καταναλωτικών συμπεριφορών, που θα επιτρέψουν τη σχεδίαση πολιτικών μηνυμάτων ή αυτοκινήτων που θα συναντήσουν τη μέγιστη απήχηση σε μια συγκεκριμένη κοινωνία. Η Ζούμποφ αποκάλυψε ότι το 87% των εσόδων της Google και το 90% των εσόδων του Facebook προέρχονται από την πώληση τέτοιων πακέτων πρόβλεψης. Όσο κι αν φαίνεται αδιανόητο, το Google και το Facebook μπορούν, έως έναν βαθμό, να αναστέλλουν την ελεύθερη επιλογή.

Η συνέντευξη με τη Σοσάνα Ζούμποφ, που έγινε αποκλειστικά για το «Κ», αποκαλύπτει απροσδόκητες πτυχές της σύγχρονης πραγματικότητας. Πρόκειται για μια γυναίκα της οποίας η αυτοπεποίθηση και η γοητεία ενισχύονται ακόμα περισσότερο από το βάθος, την πρωτοτυπία και τη δύναμη των γνώσεων και του χαρακτήρα της. Δύο συνεντεύξεις της στο τέταρτο πρόγραμμα της ραδιοφωνίας του BBC (BBC Radio 4), όπου μίλησε για όλα τα παραπάνω με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου της στη Βρετανία, ήταν η αφορμή. Η τηλεφωνική επικοινωνία μας, που ακολούθησε λίγους μήνες μετά, ξεκίνησε με την ερώτηση αν η ίδια αποφεύγει το Google και το Facebook. «Εννοείται ότι δεν έφτιαξα ποτέ προφίλ στο Facebook και δεν ανοίγω ποτέ το Google. Δεν έχω λογαριασμό στο Google και δεν έχω smartphone με το σύστημα Android της Google, ενώ, αν μου στέλνουν Google Docs, δεν τα ανοίγω ποτέ. Παράλληλα έχω εγκαταστήσει στον υπολογιστή μου εφαρμογές θωράκισης της ιδιωτικότητας».

Αναφορά στον Σπύρο Σημίτη

Όταν διάβασα το βιβλίο της, στάθηκα στη σελίδα 191, σε μια χαρακτηριστική αναφορά της στο έργο του καθηγητή Σπύρου Σημίτη, ο οποίος θεωρείται πρωτοπόρος παγκοσμίως στο πεδίο της προστασίας των προσωπικών δεδομένων. Ο μεγαλύτερος αδελφός του πρώην πρωθυπουργού Κώστα Σημίτη, νομικός που δίδαξε για πενήντα χρόνια στη Γερμανία και στις ΗΠΑ, δημοσίευσε το 1987 ένα επιστημονικό άρθρο στη Νομική Επιθεώρηση του Πανεπιστημίου της Πενσυλβάνια με τίτλο «Reviewing Privacy in an Information Society» («Μελετώντας την ιδιωτικότητα σε μια κοινωνία της πληροφορίας»). Η Ζούμποφ επισημαίνει πως ο Σημίτης κατανόησε εγκαίρως ότι οι τάσεις που διαμορφώνονταν στην επεξεργασία της πληροφορίας εγκυμονούσαν κινδύνους για τους πολίτες και την κοινωνία. Αναφέρει μάλιστα μια χαρακτηριστική φράση του Σημίτη από το άρθρο αυτό: «Οι προσωπικές πληροφορίες χρησιμοποιούνται όλο και περισσότερο για να επιβάλουν πρότυπα συμπεριφοράς. Κατά συνέπεια, η επεξεργασία των πληροφοριών εξελίσσεται σε ένα απαραίτητο στοιχείο των μακροπρόθεσμων στρατηγικών χειραγώγησης, που στοχεύουν ώστε να διαμορφώσουν και να τροποποιήσουν την ατομική δράση». Τη ρωτώ αν γνωρίζει τον καθηγητή και απαντά ότι δεν τον γνωρίζει προσωπικά, αλλά ασφαλώς γνωρίζει το έργο του και την κεντρική συμβολή του στο πεδίο της προστασίας των προσωπικών δεδομένων. «Το έργο του είναι εντυπωσιακό και προφητικό. Είναι εντυπωσιακό ότι διέκρινε πριν από περισσότερο από τριάντα χρόνια τις δυναμικές που σήμερα έχουν αναπτυχθεί και επεκτείνονται μέσα στην παγκόσμια κοινωνία. Θα επιχειρήσω να τον συναντήσω και να συζητήσω μαζί του τον Νοέμβριο, που θα επισκεφτώ τη Γερμανία».

Η μεταβλητή της 11ης Σεπτεμβρίου   

Οι δυναμικές που σήμερα επεκτείνονται στην παγκόσμια κοινωνία ήταν ένα δυνητικό ενδεχόμενο που έγινε πραγματικότητα, κατά τη Ζούμποφ, εξαιτίας μιας εν πολλοίς μυστικής σύμπραξης ανάμεσα στην αμερικανική κυβέρνηση και στην Google αμέσως μετά την 11η Σεπτεμβρίου. Το αποτέλεσμα αυτής της σύμπραξης, που έγινε για λόγους εθνικής ασφάλειας, επηρέασε την ίδια την εξέλιξη του καπιταλισμού, καθώς η δραστηριότητα της κατασκόπευσης των κοινωνιών μπορεί, πέρα από την ασφάλεια, να έχει ένα ισχυρά οικονομικό περιεχόμενο. Τα πράγματα εξελίχθηκαν ως εξής: το 2000, το Google ήταν μια πρωτοποριακή μηχανή αναζήτησης, που δεν παρουσίαζε κέρδη αλλά ζημιές, όπως άλλωστε τόσα άλλα start-up. Παράλληλα, οι νομοθέτες στην Ουάσιγκτον είχαν αρχίσει να ανησυχούν για τα προσωπικά δεδομένα που συγκεντρώνονταν στα χέρια ιδιωτικών εταιρειών στο ίντερνετ, οι οποίες παρείχαν δωρεάν υπηρεσίες παρακολουθώντας και καταγράφοντας τη δραστηριότητα των χρηστών. Μάλιστα, στις 10 Σεπτεμβρίου 2001, μία ημέρα πριν από την επίθεση στους Δίδυμους Πύργους, υπήρχε στην ημερήσια
διάταξη του Κογκρέσου μια συζήτηση που πολλοί πίστευαν ότι θα οδηγούσε στη θέσπιση αυστηρών κανόνων και στην κατάργηση των δυνατοτήτων παρακολούθησης και καταγραφής της δραστηριότητας των χρηστών του διαδικτύου. Όλα αυτά άλλαξαν την επόμενη ημέρα. Η 11η Σεπτεμβρίου επέβαλε τη χαρτογράφηση και την παρακολούθηση των πάντων ως αντίδοτο απέναντι στις «ασύμμετρες απειλές».

«Η 11η Σεπτεμβρίου προσέφερε την ευκαιρία για τη στροφή στην απόλυτη πληροφορία», λέει η Ζούμποφ. «Ματαιώθηκε η ψήφιση των νόμων και των ρυθμίσεων που θα περιόριζαν πολλούς από τους μηχανισμούς και τις πρακτικές της παρακολούθησης, οι οποίες θα εξελίσσονταν αργότερα στον κατασκοπευτικό καπιταλισμό. Η Ουάσιγκτον επέτρεψε σε εταιρείες ίντερνετ να αναπτύξουν αυτές τις δυνατότητες παρακολούθησης, γιατί οι Ηνωμένες Πολιτείες, ως κράτος, δεσμεύονται από το σύνταγμα να μην παρακολουθούν τους Αμερικανούς πολίτες». Με άλλα λόγια η Αμερική, αθόρυβα, ιδιωτικοποίησε την κατασκοπεία. Ανέθεσε το έργο της κατασκοπείας στον ιδιωτικό τομέα, σε δημοφιλείς εταιρείες που έμοιαζαν και μοιάζουν αβλαβείς και φιλικές, σε εταιρείες στις οποίες με ενθουσιασμό προσφέρουμε το δικαίωμα να μας παρακολουθούν ως αντάλλαγμα για τις δωρεάν υπηρεσίες τους.

 

 

Δύσκολες ερωτήσεις,  περίπλοκες απαντήσεις

Το αναιδές ερώτημα έρχεται αναπόφευκτα. Είναι το Google και το Facebook τίποτα περισσότερο από «μακριά χέρια» των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών; «Θα έλεγα ότι εδώ τα πράγματα είναι ομιχλώδη», λέει η Ζούμποφ. «Ο πρώην υπάλληλος της NSA Έντουαρντ Σνόουντεν αποκάλυψε ότι αυτές οι δυνατότητες μαζικής παρακολούθησης έχουν επίτηδες αναπτυχθεί και έχουν “τοποθετηθεί” καταλλήλως σε ιδιωτικά χέρια, σε αυτές τις εταιρείες, μακριά από τη δικαιοδοσία του συντάγματος. Όταν το κράτος απολύτως χρειάζεται πληροφόρηση για συγκεκριμένους λόγους, τότε καταφεύγει σε αυτές τις δεξαμενές δεδομένων. Χρειάζεται όμως περισσότερη έρευνα για να διαπιστώσουμε πώς ακριβώς λειτουργεί αυτή η σύμπραξη».

Ας υποθέσουμε ότι η Ζούμποφ έχει δίκιο και ότι οι ΗΠΑ ιδιωτικοποίησαν την κατασκοπεία για να αντιμετωπίσουν τις νέες απειλές μετά την 11η Σεπτεμβρίου. Η εξέλιξη αυτή, κατά την ίδια, είχε μια «παρενέργεια», που αλλάζει ραγδαία την ίδια τη φύση του καπιταλισμού, αφού, πέρα από τη διευθέτηση ζητημάτων ασφαλείας, η κατασκοπεία περιλαμβάνει ολόκληρο το φάσμα της συμπεριφοράς όλων μας. Η έκρηξη των δυνατοτήτων συλλογής, αποθήκευσης και ανάλυσης δεδομένων που έχει πραγματοποιηθεί τα τελευταία χρόνια επιτρέπει στους «κατασκόπους» να φτάνουν στα βάθη των επιθυμιών, των προσδοκιών και των κινήτρων μας, σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο. Η συμπεριφορά μας στο διαδίκτυο «φωτίζει» όψεις του χαρακτήρα μας και παράγει υπεραξία (behavioral surplus ή «συμπεριφορικό πλεόνασμα»). Αν το Google έχει καταγράψει π.χ. ότι μας αρέσει η ταχύτητα και το κόκκινο χρώμα, η εξατομικευμένη διαφήμιση που θα φτάσει στην οθόνη μας για μια μάρκα αυτοκινήτου θα εικονίζει ένα κόκκινο αυτοκίνητο με εντυπωσιακές επιδόσεις. Εμείς βέβαια θα πιστεύουμε ότι αυτή η διαφήμιση εμφανίστηκε «τυχαία». Ή αν το Facebook, με τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης που διαθέτει στην ανάλυση δεδομένων, διαπιστώσει ότι π.χ. μελαγχολούμε περισσότερο τα μεσημέρια της Παρασκευής, τότε είναι πιθανότερο να δούμε διαφημίσεις τα απογεύματα της Παρασκευής για μια σειρά ρούχων που μπορεί να μας προσφέρει «νέα αυτοπεποίθηση».

Στρατηγική εμβάθυνσης

Η Ζούμποφ υπενθυμίζει ότι η Google επεκτείνεται σε πολλές αγορές, από τους ηλεκτρονικούς χάρτες των πόλεων έως τις εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης και τα αυτοοδηγούμενα αυτοκίνητα. Κατά την ίδια, όμως, δεν πρόκειται για μια στρατηγική επιχειρηματικής διαφοροποίησης, αλλά αντίθετα για μια επίμονη εμβάθυνση στο ίδιο πεδίο, για μια «καθετοποίηση», όπως ονομάζεται, στη γλώσσα της επιχειρηματικής στρατηγικής. Το πεδίο της Google είναι αποκλειστικά και μόνο η παρακολούθηση, η κατασκοπεία, η συλλογή και η ανάλυση δεδομένων για τη ζωή μας. Επομένως, η εταιρεία έχει αποφασίσει ότι πρέπει να επεκταθεί σε όλο το φάσμα της ανθρώπινης δραστηριότητας αν θέλει να παραμείνει στην πρωτοπορία της κατανόησης της συμπεριφοράς μας. «Δημιουργούν έναν καθρέφτη πίσω από τον οποίο μας βλέπουν, χωρίς να τους βλέπουμε εμείς», λέει η Ζούμποφ. «Πριν από μερικά χρόνια, πολλοί μπορεί να πίστευαν ότι είμαι παρανοϊκή, ότι μπορεί να διάβαζα πολλή επιστημονική φαντασία, αλλά βλέπουμε τώρα στην Κίνα την ανάπτυξη ενός κράτους που παρακολουθεί τα πάντα στην περίπτωση των Ουιγούρων, Κινέζων τουρκικής καταγωγής που ζουν στη δυτική Κίνα. Η επαρχία όπου ζουν, η Σιντσιάνγκ, είναι μια ανοιχτή φυλακή, αφού μέσα σε ειδικές δομές, αλλά και έξω από αυτές, παρακολουθείται κάθε συμπεριφορά με τα πιο προηγμένα συστήματα», λέει η καθηγήτρια. Το ζήτημα έχει προκαλέσει αντιδράσεις σε όλο τον κόσμο, τόσο από κυβερνήσεις όσο και από τον ΟΗΕ.

Κατά συνέπεια, ο κατασκοπευτικός καπιταλισμός δεν έχει μόνο οικονομική αλλά και πολιτική όψη, όχι μόνο στην Κίνα, αλλά και στις «ώριμες δημοκρατίες» των ΗΠΑ και της Ευρώπης. Η Ζούμποφ αντλεί από τα άφθονα δεδομένα που έχουν προκύψει μετά το δημοψήφισμα για το Brexit και τις αμερικανικές προεδρικές εκλογές του 2016 για να θέσει τον προβληματισμό για τη γνησιότητα των συγκεκριμένων «εορτών δημοκρατίας». Έχει αποκαλυφθεί ότι και στις δύο περιπτώσεις η παρακολούθηση της συμπεριφοράς των πολιτών επέτρεψε την ανάπτυξη προγραμμάτων στοχευμένων μηνυμάτων, που απευθύνονταν σε συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες. Για παράδειγμα, μαύροι ψηφοφόροι σε κρίσιμες πολιτείες, όπως στην Πενσυλβάνια, έλαβαν λίγες ώρες πριν από τις εκλογές συκοφαντικά μηνύματα ότι η Χίλαρι Κλίντον είναι ρατσίστρια, με αποτέλεσμα να απέχουν από τις εκλογές, να μην την υποστηρίξουν και τελικά να χαθεί η πολιτεία υπέρ του Τραμπ. Στη Βρετανία, λίγους μήνες νωρίτερα, αναπτύχθηκαν αντίστοιχες μέθοδοι. Και στις δύο περιπτώσεις πρωτοστάτησε η εταιρεία Cambridge Analytica, όπου κεντρική θέση κατείχε ο «στρατηγός του Τραμπ», Στιβ Μπανόν.

Ομπάμα και Τραμπ 

Είναι το Brexit και ο Τραμπ κατασκευασμένα αποτελέσματα όσων θέλουν την αποδυνάμωση των ευρωπαϊκών και διεθνών δομών που περιορίζουν την παντοκρατορία του μεγάλου κεφαλαίου και εξασφαλίζουν ισορροπίες και οριοθετήσεις ανάμεσα στην οικονομική ισχύ των ολίγων και τα ατομικά δικαιώματα των πολλών; Θέλουν οι χρηματοδότες αυτών των κινημάτων να διαλύσουν τη φιλελεύθερη μεταπολεμική τάξη πραγμάτων που για πρώτη φορά στην ιστορία εξασφαλίζει ενισχυμένα δικαιώματα στους «πληβείους» – από την ανεξιθρησκία και την ελεύθερη ψηφοφορία έως το κράτος πρόνοιας; «Οι πλήρεις απαντήσεις για όλα αυτά δεν έχουν δοθεί», απαντά σιβυλλικά η Ζούμποφ και υπενθυμίζει ότι οι ίδιες τεχνολογικές δυνατότητες είχαν αξιοποιηθεί δεόντως από τον Ομπάμα, ιδίως στις εκλογές του 2008. Ο Ομπάμα απέφυγε επιμελώς να θέσει εκτός νόμου τις πρακτικές των εταιρειών του διαδικτύου να κατασκοπεύουν τους χρήστες, όχι μόνο γιατί ωφελήθηκε ο ίδιος πολιτικά, αλλά και γιατί η ύπαρξη των εταιρειών αυτών και η δράση τους προφανώς εντάσσονται σε ένα ευρύτερο στρατηγικό σχέδιο ασφάλειας και ελέγχου που δεν έχει επίσημα δημοσιοποιηθεί.

Ο κατασκοπευτικός καπιταλισμός αντιπροσωπεύει μια οικονομική και πολιτική ολότητα, αλλά για τη Ζούμποφ το ζητούμενο δεν είναι να προσεγγίζουμε το ζήτημα ως ένα κινηματογραφικό θρίλερ. «Το πραγματικό ζητούμενο είναι να ανακτήσουμε το ψηφιακό πεδίο. Η μόνη μας δύναμη είναι ο νόμος. Χρειαζόμαστε τον νόμο, χρειαζόμαστε τους βουλευτές, χρειαζόμαστε τη δημοκρατία. Θα σας θυμίσω ότι, τον 19ο και τον 20ό αιώνα, Κογκρέσο και δικαστήρια συντεταγμένα προστάτευαν υπέρμετρα τα δικαιώματα της ιδιοκτησίας έναντι των δικαιωμάτων των εργαζομένων. Αλλά η δημοκρατία και οι προοδευτικοί πολίτες μέσα σε λίγες δεκαετίες άλλαξαν την κατάσταση. Η δημοκρατία δεν βρίσκεται ποτέ χωρίς αντίπαλο. Η πλουτοκρατία ανασυντάσσεται και βρίσκει νέους τρόπους για να αντιδράσει. Γι’ αυτό η δημοκρατία χρειάζεται διαρκή επαγρύπνηση».

Η Ζούμποφ κατάγεται από Εβραίους ιταλικής καταγωγής από την πλευρά του πατέρα της και Εβραίους ρωσικής καταγωγής από την πλευρά της μητέρας της. Προς το τέλος της συζήτησής μας αναφέρει με νόημα ότι το 1941 εκδόθηκε ένα βιβλίο με τίτλο «Managerial Revolution» από τον Τζέιμς Μπάρναμ, ένα βιβλίο που σιχαινόταν ο  Όργουελ επειδή υποστήριζε ότι οι Γερμανοί θα κερδίσουν τον πόλεμο. «Ο πατέρας μου πήγε στον πόλεμο όταν έξυπνοι άνθρωποι ισχυρίζονταν ότι ο Χίτλερ θα νικήσει», λέει. «Ο πατέρας μου πήγε στον πόλεμο όταν οι ναζί είχαν ήδη φυλακίσει και σκοτώσει πολλούς από τους δικούς μας ανθρώπους. Και σήμερα πρέπει να καταλάβουμε ότι έχουμε μια μεγάλη πρόκληση μπροστά μας. Δεν πιστεύω ότι ο γάμος της τεχνολογικής δύναμης και του αυταρχισμού είναι το αναπόφευκτο μέλλον των ανθρώπων αυτού του πλανήτη. Δεν είμαι έτοιμη να πιστέψω ότι είναι αναπόφευκτο ένα μέλλον όπου ο άνθρωπος γίνεται εργαλείο». ■

 

ΠΗΓΗ: ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ