Διδακτική από πολλές απόψεις ήταν η μαραθώνια συνέντευξη του Ταγίπ Ερντογάν στη δημόσια τηλεόραση TRT το βράδυ της Δευτέρας. Με τους δημοσιογράφους να περιορίζονται σε ρόλο ντεκόρ, ο Τούρκος πρόεδρος κάλυψε με σειρά μακρόσυρτων μονόλογων όλα τα καυτά θέματα εξωτερικής πολιτικής, στέλνοντας μηνύματα στους γείτονές του και στις μεγάλες δυνάμεις (η συνέντευξη μεταδιδόταν σε ζωντανή σύνδεση, με αυτόματη μετάφραση στα αγγλικά).

Αν έπαιρνε κανείς τοις μετρητοίς τα λεγόμενά του, θα συμπέραινε ότι η Τουρκία είναι ο κυρίαρχος του παιχνιδιού στην Ανατολική Μεσόγειο ύστερα από την εισβολή της στη βόρεια Συρία και το μνημόνιο που υπέγραψε με την κυβέρνηση της Λιβύης – ή μάλλον της Τρίπολης. Κι ακόμα δεν είδαμε τίποτα: η εγκατάσταση ενός εκατομμυρίου προσφύγων στην τουρκική ζώνη της βόρειας Συρίας, οι κοινές γεωτρήσεις με την κυβέρνηση της Τρίπολης, ακόμη και η εγκατάσταση τουρκικών στρατευμάτων στη Λιβύη βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη, σύμφωνα με τον Τούρκο πρόεδρο.

Στην πραγματικότητα, πίσω από αυτή την επίδειξη ισχύος ενός μεγαλομανούς ηγέτη κρύβονται βαθιές ανασφάλειες. Το μνημόνιο που υπέγραψε στις 27 Νοεμβρίου με τον (τουρκικής οικογενειακής καταγωγής) Λίβυο πρωθυπουργό Φάγεζ αλ Σάρατζ ήταν μια εξαιρετικά βεβιασμένη, υψηλού ρίσκου κίνηση, από θέση άμυνας. Ο ίδιος ο Ερντογάν εκμυστηρεύθηκε τον φόβο του ότι η Τουρκία κινδυνεύει «να στριμωχθεί στον Κόλπο της Αττάλειας» με τις γεωτρήσεις στην κυπριακή ΑΟΖ παρουσία και γαλλικών πολεμικών πλοίων (αυτός είναι και ο κύριος λόγος για το μένος του κατά του Εμανουέλ Μακρόν) και με τον αποκλεισμό της χώρας του από το περιφερειακό φόρουμ φυσικού αερίου EMGF, όπου συμμετέχουν Ελλάδα, Κύπρος, Ισραήλ, Παλαιστίνη, Αίγυπτος, Ιορδανία και Ιταλία.

Προκαλώντας ένταση και εκτοξεύοντας απειλές, ο Ερντογάν προφανώς πασχίζει να αποθαρρύνει τις μεγάλες εταιρείες υδρογονανθράκων από την πραγματοποίηση γεωτρήσεων και από τη στήριξη του σχεδιαζόμενου αγωγού East Med μέχρις ότου εξασφαλισθούν δύο πράγματα: μια λύση του Κυπριακού στα μέτρα της Τουρκίας, με διατήρηση του καθεστώτος των εγγυητριών δυνάμεων και ο εξαναγκασμός της Ελλάδας να δεχθεί τη συνεκμετάλλευση του Αιγαίου, την οποία πάγια επιδιώκει η Αγκυρα.

Ο δεύτερος λόγος που εξωθεί τον Ερντογάν σε σπασμωδικές κινήσεις είναι ότι ο χρόνος στη Λιβύη κυλάει εις βάρος της Τουρκίας. Η «διεθνώς αναγνωρισμένη» κυβέρνηση του αλ Σάρατζ, η οποία εκτέθηκε διεθνώς με τις ανατριχιαστικές αποκαλύψεις για κανονικό δουλεμπόριο στο κέντρο της Τρίπολης, εξουσιάζει μόνο την πρωτεύουσα και ένα δύο θυλάκους ακόμη. Το μεγαλύτερο μέρος της χώρας ελέγχεται από τον Εθνικό Λιβυκό Στρατό του στρατηγού Χαλίφα Χάφταρ, τον οποίο στηρίζει το εξορισμένο στο Τομπρούκ Κοινοβούλιο, αλλά και η Ρωσία, η Γαλλία, η Αίγυπτος, η Σαουδική Αραβία και τα Εμιράτα. Υστερα από μήνες στασιμότητας στην πολιορκία της Τρίπολης, στρατεύματα του Χάφταρ κατέλαβαν το περασμένο Σαββατοκύριακο προάστιο της πρωτεύουσας, ενώ ο αρχηγός τους φιλοδοξεί να έχει ολοκληρώσει νικηφόρα την εκστρατεία του μέχρι την Πρωτοχρονιά.

Φρονίμως ποιούντες, οι Αμερικανοί, αν και στηρίζουν πολιτικά τον αλ Σάρατζ, αποφεύγουν να βάλουν όλα τα αυγά σε ένα καλάθι. Πρόσφατα η κυβέρνηση Τραμπ έστειλε τη Βικτόρια Κόουτς, από το Εθνικό Συμβούλιο Ασφαλείας, να συναντήσει τον Χάφταρ, προσφέροντάς του αναγνώριση. Στοιχηματίζοντας εναντίον του Χάφταρ, ο Ερντογάν κινδυνεύει να την πάθει όπως στη Συρία, όπου το 2011, με την έκρηξη της λεγόμενης Αραβικής Ανοιξης, είχε ποντάρει εναντίον του Ασαντ. Μόνο που εδώ το κόστος θα είναι πολύ μεγαλύτερο, μεταξύ άλλων και γιατί τα πετρέλαια της Συρίας είναι εντελώς ασήμαντα σε σύγκριση με τα τεράστια, άριστης ποιότητας αποθέματα της Λιβύης. Στο μεταξύ, οι τυχοδιωκτισμοί του στη Λιβύη κινδυνεύουν να τον φέρουν σε σύγκρουση με τη Ρωσία, ενώ ήδη τον έχουν απομονώσει από την Ιταλία.

Στο συριακό μέτωπο, τα κέρδη της τουρκικής εισβολής είναι πολύ μικρότερα από ό,τι υπολόγιζε ο Ερντογάν. Οι Ρώσοι τον περιόρισαν σε μια μικρή ζώνη 120χ30 χιλιομέτρων, που δεν περιλαμβάνει τις κυριότερες κουρδικές πόλεις, ενώ οι Αμερικανοί κατέλαβαν, σε συνεργασία με τους Κούρδους, την πετρελαϊκή ζώνη προς το Ντέιρ αλ Ζορ.

Η κουρδική YPG

Σε αντιστάθμισμα για την απώλεια ορισμένων εδαφών, η κουρδική πολιτοφυλακή YPG απέκτησε πρόσθετα ερείσματα, με τον αρχηγό της, τον Μαζλούμ Κομπάνι, να γίνεται δεκτός όχι μόνο από τον Μακρόν στο Ελιζέ, αλλά και από ηγέτες της Σαουδικής Αραβίας και των Εμιράτων. Η Τουρκία εμφανίζεται πλήρως απομονωμένη από τον αραβικό κόσμο, με μόνη εξαίρεση το Κατάρ, καθώς ο Ερντογάν δικαιώνει τον Μπασάρ Aσαντ, ο οποίος τον είχε κατηγορήσει, στη συνέντευξή του στον Αλέξη Παπαχελά, τον Μάιο του 2018, ότι βλέπει τον εαυτό του ως αρχηγό της «Διεθνούς» των Αδελφών Μουσουλμάνων. Στη Λιβύη, η Αδελφότητα είναι η ισχυρότερη δύναμη στο συνονθύλευμα που στηρίζει τον αλ Σάρατζ.

Τη νευρικότητα στην εξωτερική πολιτική του Ερντογάν θρέφουν και τα εσωτερικά του προβλήματα. Η καμπάνα των δημοτικών εκλογών, όπου έχασε τις μεγαλύτερες πόλεις, βουίζει ακόμη στα αυτιά του, καθώς η οικονομία, παρά την αναιμική της ανάκαμψη, παραμένει εύθραυστη και το ιδιωτικό χρέος απειλητικό, ενώ το προσφυγικό δοκιμάζει τις κοινωνικές αντοχές. Η εισβολή στη Συρία συσπείρωσε προσωρινά την πλειοψηφία γύρω από την κυβέρνηση, αλλά παρόμοιες αντανακλαστικές αντιδράσεις έχουν πάντα μικρή διάρκεια. Προτού να κλείσει το 2019, ο Ερντογάν θα έχει να αντιμετωπίσει δύο καινούργια κόμματα τα οποία θα διεκδικήσουν τον μετριοπαθή «ισλαμοδημοκρατικό» χώρο που κάποτε εκπροσωπούσε ο ίδιος: το ένα υπό τον πρώην πρωθυπουργό Αχμέτ Νταβούτογλου, ο οποίος ανακοίνωσε προχθές ότι συγκροτεί το «Κόμμα του Μέλλοντος» και το άλλο υπό τον πρώην «τσάρο» της οικονομίας, Αλί Μπαμπατζάν. Το εγχείρημα του τελευταίου φαίνεται πιο απειλητικό, καθώς υποστηρίζεται από σημαντικούς οικονομικούς παράγοντες και από τον πρώην πρόεδρο Αμπντουλάχ Γκιουλ.

«Οραμα 2023»

Ασφαλώς ο μεγαλοϊδεατισμός και το απρόβλεπτο του Ερντογάν δικαιολογημένα ανησυχούν τους γείτονες και τις δυνάμεις που εμπλέκονται στην περιοχή. Δεν θα έπρεπε όμως να οδηγούν σε φοβικές αντιδράσεις. Το 2011, ο Ερντογάν εξήγγειλε με τυμπανοκρουσίες το «Οραμα 2023», μεγαλεπήβολους στόχους ενόψει των 100 χρόνων από την ίδρυση του νεότερου τουρκικού κράτους, με το οποίο φιλοδοξούσε να πάρει ισότιμη θέση δίπλα στον Κεμάλ Ατατούρκ. Προέβλεπε ότι η Τουρκία θα γινόταν από 17η, η 10η οικονομία του πλανήτη. Σήμερα είναι η 18η. Το ΑΕΠ προβλεπόταν να ανέβει από 0,65 τρισ. δολάρια σε 2 τρισ. Σήμερα είναι γύρω στα 0,77 τρισ. Στόχος επίσης ήταν η Τουρκία να έχει γίνει πλήρες μέλος της Ε.Ε., με ισχυρή επιρροή και μηδενικά προβλήματα με τους γείτονές της. Σήμερα όλα αυτά ακούγονται σαν μαύρη κωμωδία.

 

ΠΗΓΗ: ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ