Πάγια αρχή: Όταν στο τραπέζι κάθονται διπλωμάτες, στο τέλος προκύπτουν διπλωματικές αποφάσεις σε διπλωματική γλώσσα. Όχι ότι δεν είναι βαρυσήμαντες, αλλά σχεδόν πάντοτε κρύβεται κάτι από πίσω. Συνήθως, πολλά.

Οι εγκυρότεροι διπλωματικοί συντάκτες έγραψαν γύρω στα μεσάνυχτα της Παρασκευής, ότι η Ελλάδα άσκησε βέτο – μπλοκάροντας την υιοθέτηση ενός κειμένου κοινής δήλωσης του ΝΑΤΟ, με το οποίο οι σύμμαχοι θα εξέφραζαν από κοινού την συμπαράσταση και υποστήριξή τους προς την Τουρκία, μετά την επίθεση που άφησε πίσω τουλάχιστον 33 νεκρούς Τούρκους στρατιώτες στο Ιντλίμπ της Συρίας.

Δεν γνωρίζουμε μέχρι αυτή την ώρα τί ακριβώς θα ανέφερε το κείμενο και με ποιες διατυπώσεις. Διπλωματικές πηγές από το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών διευκρινίζουν στην HuffPost ποιά ήταν η ελληνική κίνηση: «Η Ελλάδα δεν συναίνεσε στην έκδοση κοινού ανακοινωθέντος από το ΝΑΤΟ» μετά την συνάντηση που έγινε σε επίπεδο αναπληρωτών μονίμων αντιπροσώπων.

Αφαιρούν δηλαδή τη λέξη «βέτο» από το ρεπορτάζ, διευκρινίζοντας ότι αυτό δεν σημαίνει πως αλλάζει η ουσία. Τεχνικά, ο όρος βέτο – διευκρινίζω – χρησιμοποιείται συνήθως όταν πρόκειται να ληφθεί απόφαση σε διεθνείς οργανισμούς. Δεν συνδέεται με δηλώσεις ή ανακοινωθέντα, που αποτελούν δηλώσεις προθέσεων.

Στην ελληνική πραγματικότητα, το «βέτο» συνήθως μεταφράζεται ως «ηρωική» πράξη, που σηματοδοτεί την αντίσταση σε ισχυρότερες δυνάμεις. Αυτή είναι μία όμορφη θεωρία για εσωτερική κατανάλωση, μόνο που ένα βέτο – έστω και «σχεδόν» βέτο, όπως το χθεσινοβραδινό – πρέπει να ερμηνεύεται ως διπλωματική δήλωση και όχι ως σάλπισμα για έφοδο γενικώς.

OSMAN ORSAL VIA GETTY IMAGES
Ανδριανούπολη, 29 Φεβρουαρίου 2010. Πρόσφυγες/μετανάστες στις όχθες του Εβρου καθώς προσπαθούν να διασχίσουν τα σύνορα της Τουρκίας με την Ελλάδα, ενώ η Αγκυρα έχει ήδη ανακοινώσει ότι θα ανοίξει τα δικά της σύνορα για 72 ώρες, ώστε να περάσουν στην Ευρώπη οι πρόσφυγες μετά την επίθεση στο Ιντλίμπ όπου έχασαν τη ζωή τους 33 Τούρκοι στρατιωτες. (Photo by Osman Orsal/Getty Images)

Μοιράζομαι μαζί σας τρία δικά μου συμπεράσματα από την σύντομη κουβέντα με αρμόδια διπλωματική πηγή πριν από λίγες ώρες:

1. Η απόφαση της ελληνικής πλευράς να μην συναινέσει στην έκδοση κοινού ανακοινωθέντος νατοϊκής υποστήριξης προς την Τουρκία καλό είναι να μην ερμηνευθεί ως πράξη αντίστασης. Άλλωστε, με ή χωρίς κοινή δήλωση, οι σύμμαχοι δεν εμφανίζονται έτοιμοι να αναλάβουν στην παρούσα φάση συγκεκριμένη δράση ώστε να υποστηρίξουν τις τουρκικές επιχειρήσεις στο έδαφος της Συρίας – πέρα από όσα ήδη πράττουν. Ο ΓΓ του ΝΑΤΟ Γενς Στόλτενμπεργκ ρωτήθηκε στις δηλώσεις του από απεσταλμένο του τουρκικού NTV:

– «Πιστεύετε πως είναι μία ευκαιρία (για το ΝΑΤΟ)να καλύψει τα κενά, αφού έχει διαθέσει μόνο το 40% και υπάρχει ένα υπόλοιπο 60% (δράσεων για την Συρία);» 

Ιδού η απάντηση Στόλτενμπεργκ που μάλλον συνοψίζεται σε ένα «άλλα λόγια να αγαπιόμαστε»: Οι Σύμμαχοι του ΝΑΤΟ υποστηρίζουν σήμερα την Τουρκία. Eπαυξάνουμε τις αερομεταφορές, έχουμε αεροσκάφη AWACS που βοηθούν στην περιπολία στον ουρανό και επίσης πραγματοποιούμε ελλιμενισμούς και παρέχουμε υποστήριξη με άλλους τρόπους.

Άλλα περίμενε να ακούσει ο Τούρκος δημοσιογράφος…

2. Τότε γιατί βρέθηκε μόνη η Ελλάδα να λέει «όχι» στο κοινό ανακοινωθέν; Την ώρα που η Τουρκία φτάνει στο σημείο να σπρώχνει στα ελληνικά σύνορα πρόσφυγες (όχι μόνο από την Συρία…) και ενώ συνεχίζει τις παραβιάσεις στο Αιγαίο και την παράνομη δήθεν ερευνητική δραστηριότητα στην αυθαίρετη ΑΟΖ που συμφώνησε με την Λιβύη στη Μεσόγειο, είναι μονόδρομος για την Ελλάδα να κρατά μεγάλες αποστάσεις από την Άγκυρα. Διαφορετικά, δεν μπορεί να αναμένει διόρθωση της στάσης Ερντογάν, ή έστω περιορισμό των προκλήσεων. Αντίθετα, όπως εξηγεί σε ανάλυσή του στη HuffPost ο διεθνολόγος Μάρκος Τρούλης, οι Αμερικανοί επιχαίρουν αυτή την ώρα βλέποντας να διευρύνεται το χάσμα μεταξύ Ρωσίας-Τουρκίας, με επίκεντρο τα γεγονότα στο Ιντλίμπ και τους Τούρκους νεκρούς. Ο Ερντογάν δεν έχει άλλη δυνατότητα από το να επιστρέψει κάτω από την φτερούγα της Ουάσιγκτον. Πρακτικά, αντιλαμβάνεται το αδιέξοδο στην προσπάθεια συνεννόησης με την Μόσχα και πως η Τουρκία δεν τα βγάζει πέρα μόνη της στη Συρία. Οι Αμερικανοί πάλι, πάντοτε σπεύδουν να «συγχαρούν» όποιον συγκρούεται με τη Μόσχα, αλλά δύσκολα θα λησμονήσουν το «αντάρτικο» του Ερντογάν και ίσως σε επόμενο χρόνο φροντίσουν να τον επαναφέρουν στην τάξη για τα καλά. Θα το δούμε.

3. Και οι Ευρωπαίοι;Η Γερμανία βρίσκεται σε φάση εσωτερικής πολιτικής κρίσης λόγω μεταναστευτικού και επιδιώκει ανοιχτούς διαύλους με την Άγκυρα. Η Γαλλία διατηρεί από τις εποχές της αποικιοκρατίας συμφέροντα στη Συρία και σε άλλες χώρες της Μέσης Ανατολής, όπως ο Λίβανος και η Λιβύη. Θέλει να είναι μέσα στο παιχνίδι με τους μεγάλους και δεν θα επέλεγε εύκολα να ξεχωρίσει από την κοινή γραμμή σε αυτή την συγκυρία. Η Βρετανία δεν χρειάζεται να εξηγήσουμε γιατί συμπαθεί την αμερικανική γραμμή έναντι της Τουρκίας…

ASSOCIATED PRESS
Εικόνα από βομβαρδισμό στην περιοχή του Ιντλίμπ στις 27 Φεβρουαρίου 2020. (AP Photo/Ghaith Alsayed)

Το μόνο ερώτημα που τίθεται τώρα, είναι εάν και πότε μπορεί να αναδιαμορφωθούν αυτοί οι συσχετισμοί, ώστε την επόμενη φορά να βρει περισσότερους υποστηρικτές η ελληνική πλευρά. Παρακολουθώντας την «ταχύτητα φωτός» με την οποία εξελίσσονται γεγονότα στο πεδίο των μαχών, τις διπλωματικές πιρουέτες και τις εναλλαγές στην πρωτοβουλία των κινήσεων, ίσως η συνολική εικόνα αλλάξει δραματικά – πολύ γρηγορότερα από όσο φανταζόμαστε.

Προσοχή: Εγγυήσεις ότι θα πάνε τα πράγματα καλύτερα ή χειρότερα, δεν υπάρχουν.

ΠΗΓΗ: Huffingtonpost.gr