Σε εφ΄ όλης της ύλης κριτική στον προϋπολογισμό του 2022 προχώρησε ο πρόεδρος του Κινήματος Αλλαγής Νίκος Ανδρουλάκης μιλώντας στην κοινοβουλευτική του ομάδα, την ώρα που στην Ολομέλεια της Βουλής κορυφωνόταν η συζήτηση σε επίπεδο αρχηγών.

Με τη μέθοδο αυτή πρόκειται να πολιτευτεί ο κ. Ανδρουλάκης, για όλο το διάστημα που θα είναι εκτός Βουλής, μιας και προς το παρόν έχει την ιδιότητα του ευρωβουλευτή. Όπως είναι γνωστό, στην Ολομέλεια θα τον εκπροσωπεί ο βουλευτής Ηλείας Μιχάλης Κατρίνης.

Ο κ. Ανδρουλάκης περιέγραψε με μελανά χρώματα την κατάσταση της οικονομίας, κάνοντας χαρακτηριστικά λόγο για «μισθούς Βαλκανίων και κόστος ζωής δυτικής Ευρώπης».

Ο νέος πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ/ ΚΙΝΑΛ κατέθεσε εναλλακτικές προτάσεις, ζητώντας αντί της μείωσης φόρου στα κέρδη και στα μερίσματα, να υπάρξει πρόσθετη μείωση 3 μονάδων στις ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων, όπως και ενίσχυση του ΕΣΥ. Παράλληλα, επανέλαβε ότι το κόμμα του δεν πρόκειται να γίνει ούτε σωσίβιο, ούτε προσάρτημα κανενός.

Ολόκληρη η ομιλία Ανδρουλάκη έχει ως εξής:

«Αγαπητοί συνάδελφοι,

Αν και το 2021 ξεκίνησε με ελπίδα και αισιοδοξία, λόγω του εμβολίου, μας αφήνει με σκεπτικισμό και αγωνία. Όλοι αντιλαμβανόμαστε ότι το 2022 θα είναι ακόμη μια χρονιά αβεβαιότητας για την ανθρωπότητα. Η επέλαση των διαδοχικών κυμάτων της πανδημίας συνεχίζει να κλυδωνίζει την κοινωνική και οικονομική μας ζωή. Σπέρνει αβεβαιότητα, φόβο, ανασφάλεια. Προκαλεί παράλληλες κρίσεις που δοκιμάζουν την εργασία, το εισόδημα, τα δικαιώματα, την ασφάλεια, την ποιότητα ζωής κάθε ανθρώπου. Και αυτός ο προϋπολογισμός, όπως και ο περσινός, συζητείται στη σκιά της πανδημίας. Και φυσικά, δεν μπορεί να αναλυθεί και να εκτιμηθεί ξέχωρα από αυτήν. 

Η κυβέρνηση φάνηκε άτολμη, πήρε πολλές λανθασμένες αποφάσεις, αλλά και όσες ήταν προς τη σωστή κατεύθυνση, δυστυχώς υλοποιήθηκαν με μεγάλη καθυστέρηση. Οι έλεγχοι καταργήθηκαν στην πράξη. Τα μέτρα κοινωνικής απόστασης στις δημόσιες μεταφορές δεν εφαρμόστηκαν ποτέ. Δεν έκανε ουσιαστικές εκστρατείες ενημέρωσης σε τοπικό επίπεδο. Δεν ενίσχυσε το ΕΣΥ και την πρωτοβάθμια υγεία όπως επιβάλλουν οι συνθήκες και η τηλεργασία εφαρμόστηκε περιορισμένα συγκριτικά με άλλα ευρωπαϊκά κράτη. Ακόμη και ο υποχρεωτικός εμβολιασμός στους υγειονομικούς έγινε με καθυστέρηση πολλών μηνών αν συγκρίνουμε με χώρες που είχαν ανάλογα προβλήματα όπως η Ιταλία. Και βέβαια η πολυσυζητημένη έκθεση Τσιόδρα – Λύτρα, ήρθε απλά για να επιβεβαιώσει αυτό που γνωρίζουμε όλοι.

Όλα αυτά θα έπρεπε να έχουν αντιμετωπιστεί από την άνοιξη του 2020. Δυστυχώς στην προσπάθεια αυτή δεν βοήθησε ούτε η αξιωματική αντιπολίτευση, γιατί επέλεξε να μείνει προσηλωμένη στην πάγια πρακτική της, να ψαρεύει στα θολά νερά, αυτή τη φορά του αντιεμβολιαστικού κινήματος. Έχασε έτσι τη δυνατότητα η χώρα, αφού τα δύο μεγάλα κόμματα, υπονόμευσαν με τους τακτικισμούς τους την κοινή προσπάθεια. Αυτό λοιπόν που δεν μπορεί να κάνει ούτε η κυβέρνηση ούτε η αξιωματική αντιπολίτευση καλείται να κάνει η παράταξη μας. Όπως ενημέρωσα και χθες την Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ξεκινάμε ως Κίνημα μία ενημερωτική νέα εκστρατεία ώστε να ενισχύσουμε το εμβολιαστικό προγράμματος, σπάζοντας το τείχος του φόβου και της παραπληροφόρησης.

Αγαπητοί συνάδελφοι,

Όσον αφορά τον Προϋπολογισμό, η κυβέρνηση αντί να απαντήσει στις πολύ μεγάλες προκλήσεις, προτείνοντας δέουσες λύσεις, επέλεξε να φέρει ένα σχέδιο που αντανακλά τα δικά της προβλήματα και αδυναμίες, χωρίς να προσφέρει μια πραγματική διέξοδο.

Πρώτο και κυρίαρχο θέμα των ημερών, είναι η αδυναμία της κυβέρνησης να θωρακίσει τη Δημόσια Υγεία. Είναι πλέον προφανές ότι η νέα μετάλλαξη «Όμικρον», εξαπλώνεται ταχύτερα από οποιαδήποτε άλλη. Την περασμένη Τετάρτη είδαμε στην Ελλάδα τον μακάβριο αριθμό-ρεκόρ των 130 θανάτων από την Covid-19. Ενώ λοιπόν η πανδημία ακύρωσε τα προεκλογικά σχέδια της κυβέρνησης για την ιδιωτικοποίηση μέρους των υπηρεσιών του Συστήματος Δημόσιας Υγείας, οι ιδεοληψίες της δεν της επιτρέπεπουν να ενισχύσει γενναία τα νοσοκομεία και την πρωτοβάθμια περίθαλψη. Δεν προσλαμβάνει μόνιμο προσωπικό, παρά μόνο συμβασιούχους και προβλέπει 600 εκατομμύρια ευρώ, ως «πιστώσεις υπό κατανομή». Αυτό δείχνει ότι η κυβέρνηση αντιμετωπίζει το εθνικό αυτό ζήτημα συγκυριακά και όχι ως στρατηγική προτεραιότητα.

Δεύτερο μεγάλο ζήτημα είναι η επέλαση της ακρίβειας. Ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη έφτασε το 4,1% τον Οκτώβριο και άγγιξε το 4,9% τον Νοέμβριο, υπερβαίνοντας κάθε πρόβλεψη. Ενώ η παγκόσμια ενεργειακή κρίση μειώνει δραστικά το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών. Στη χώρα μας βέβαια, οι ανατιμήσεις ξεκίνησαν πολύ νωρίτερα, πριν από την άνοδο του κόστους ενέργειας. Παραδόξως όμως, στον προϋπολογισμό, ο ρυθμός πληθωρισμού προβλέπεται πολύ βολικά να μείνει μόνο 0,8% το 2022. Ωστόσο, η υπεραισιόδοξη αυτή οπτική της κυβέρνησης έρχεται σε αντίθεση με έγκυρες αναλύσεις που βλέπουν άλμα πληθωρισμού ακόμα και στο 5% για το πρώτο τρίμηνο του νέου έτους. Το αισιόδοξο σενάριο δεν επιτυγχάνεται με ευχές, αλλά με σχέδιο.

Μια τρίτη πηγή αβεβαιότητας προκύπτει από τις αποφάσεις που θα παρθούν το προσεχές διάστημα από τις κεντρικές τράπεζες, σε ό,τι αφορά την αύξηση των επιτοκίων και τη «σύσφιξη» της νομισματικής πολιτικής.
Μόλις προχτές, η ΕΚΤ αποφάσισε τον τερματισμό της πανδημικής ποσοτικής χαλάρωσης για τον Μάρτιο. Ευτυχώς, άφησε το παράθυρο ευελιξίας για τις αγορές ελληνικών ομολόγων, εφόσον χρειαστεί. Το παράθυρο αυτό βέβαια είναι μικρό και πρέπει να αξιοποιηθεί με χειρουργική ακρίβεια. Ωστόσο και εδώ η κυβέρνηση φιλοτεχνεί μια επίπλαστη εικόνα. Στην εισηγητική έκθεση του προϋπολογισμού 2022 ο κ. Σταϊκούρας περήφανα αναφέρει πως στο τέλος Οκτωβρίου το spread έναντι του 10ετούς γερμανικού ομολόγου ήταν 101 μονάδες βάσης. Η πραγματικότητα όμως είναι ότι στις αρχές Δεκεμβρίου 2021, το spread του ελληνικού ομολόγου έναντι του γερμανικού, κυμάνθηκε κοντά στις 168 μονάδες βάσης. Τι θα γίνει λοιπόν από τον Μάρτιο του 2022, όταν η ΕΚΤ θα τερματίσει το έκτακτο πρόγραμμα αγοράς των κρατικών ομολόγων; Τι συνέπειες θα έχει αυτή η εξέλιξη για τις τράπεζες, με δεδομένο ότι η EKT μόνο κατ’ εξαίρεση αποδέχεται ως ενέχυρο τα κρατικά ομόλογα για παροχή φτηνής ρευστότητας; 

To 2023 επανέρχεται και το Σύμφωνο Σταθερότητας. Υπάρχει ευρύτερα ο φόβος ότι η πλήρης εφαρμογή του θα θέσει σε κίνδυνο την πορεία ανάκαμψης όλων των Ευρωπαϊκών οικονομιών. Το μεγάλο στοίχημα λοιπόν για τη χώρα μας αλλά και για την Ευρώπη είναι μέχρι τότε να ολοκληρωθούν το συντομότερο δυνατό οι διαπραγματεύσεις για την αναθεώρησή του. Χρειαζόμαστε ένα πιο ευέλικτο Σύμφωνο, όπου θα επιτυγχάνεται η αναγκαία ισορροπία ανάμεσα στη σταθερότητα του κοινού νομίσματος και την ανάγκη για ανάπτυξη. Αυτό θα μπορούσε να επιτευχθεί με την εξαίρεση κάποιων δαπανών, όπως αυτές που αφορούν την έρευνα, την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, την υγεία από τους κανόνες για τα ελλείματα, επιτρέποντας την αύξηση των δημοσίων δαπανών, των δημοσίων επενδύσεων σε τομείς που είναι σημαντικοί τόσο σε εθνικό όσο και ευρωπαϊκό επίπεδο.

Ας δούμε όμως τα θέματα πιο συγκεκριμένα:

Πόσο αληθινό είναι και που οφείλεται στην πραγματικότητα το «θαύμα της ανάπτυξης» που μας παρουσιάζει η κυβέρνηση; Λόγω της χαλάρωσης των δημοσιονομικών κανόνων στην Ευρωζώνη και των ευνοϊκών πολιτικών από την ΕΚΤ, η κυβέρνηση είχε πράγματι τη δυνατότητα να στηρίξει με πολύ μεγάλα πακέτα μέτρων την κοινωνία και την οικονομία. Αν το δει κανείς αυτό μόνο ποσοτικά και αδιαφορήσει για την κατάληξη και αξιοποίηση των παρεμβάσεων, ήταν πράγματι το τρίτο μεγαλύτερο πακέτο παρεμβάσεων στην Ευρωζώνη. Ωστόσο όταν μια κυβέρνηση παίρνει μέτρα στήριξης της οικονομίας της τάξης τον 25% του ΑΕΠ, αλλά η αναπλήρωση των απωλειών του είναι της τάξης του 11,7% σωρευτικά για τη διετία 2021-22, τότε σε καμία περίπτωση δεν προκύπτει σοβαρός λόγος θριαμβολογίας, ιδιαίτερα όταν η βάση για το άλμα αυτό, είναι το 2020, που η οικονομία ήταν «κλειστή».

«Το ελληνικό θαύμα» της ανάπτυξης δεν είναι τόσο αληθινό όσο προσπαθεί να εμφανίσει η κυβέρνηση. Άλλες 16 χώρες της ΕΕ πέτυχαν πλήρη ανάκαμψη, σε σχέση με τις απώλειες του 2020, σε ένα μόλις έτος, το 2021, με πολύ λιγότερα επίσης δημοσιονομικά μέτρα συγκριτικά με εμάς. Ένα ακόμα στοιχείο που καταρρίπτει τον μύθο του αναπτυξιακού θαύματος, είναι το γεγονός ότι η ταχύτερη επάνοδος του ΑΕΠ στα προ κρίσης επίπεδα συνοδεύτηκε από μία ακόμη μεγαλύτερη εκτόξευση του εμπορικού ελλείμματος. Αυτό υποδηλώνει ότι με την ανάκτηση του ΑΕΠ ανακτήθηκαν και οι δομικές αδυναμίες του.

Για εμάς, λοιπόν, η χώρα δεν επιστρέφει σε «κανονικότητα». Συνεχίζει σε ένα καθεστώς υστέρησης και στρεβλώσεων που την κρατούν καθηλωμένη στα λάθη του χθες. Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι να ψέξουμε την Κυβέρνηση για το αν έπεσαν ή όχι χρήματα στην αγορά, όπως κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ , αλλά το να ασκήσουμε ασκήσουμε σοβαρή κριτική για το πού πήγαν τα χρήματα, εάν δηλαδή ήταν αποτελεσματική και δίκαιη η κατανομή τους.
Εμείς θεωρούμε ότι ένα υψηλό μέγεθος δαπανών και μια εκτεταμένη κρατική παρέμβαση δεν σημαίνουν από μόνα τους ότι αποτελούν «σοσιαλδημοκρατικές, Κεϋνσιανές πολιτικές», χωρίς να συνοδεύονται από σοβαρά μέτρα της παραγωγικής αναβάθμισης της πατρίδας. Αν ήταν έτσι τα πράγματα, τότε και ο δημοσιονομικός εκτροχιασμός της περιόδου 2007-9 θα έπρεπε να αποτελεί παράδειγμα προς μίμηση. Αλλά προφανώς κ. Μητσοτάκη, δεν είναι έτσι τα πράγματα. 

Και ερχόμαστε τώρα στα μέτρα του νέου προϋπολογισμού. Μέτρα που συνεπάγονται την απότομη προσαρμογή του πρωτογενούς ελλείμματος από το υψηλό 7,3% του ΑΕΠ που θα δούμε φέτος, σε 1% του ΑΕΠ του χρόνου, αλλά και σε μικρά πρωτογενή πλεονάσματα από εκεί και πέρα. Θα μπορέσει άραγε η ελληνική οικονομία να αντέξει μια τόσο απότομη προσαρμογή; Έναν τόσο απότομο περιορισμό της δημόσιας ζήτησης κατά 6% του ΑΕΠ σε μία μόνο χρονιά και ακόμα περισσότερο την μεθεπόμενη; 

Ανακύπτει βέβαια και ένα ακόμα κρίσιμο ερώτημα: Πώς γίνεται το 2021 με αύξηση του ΑΕΠ 6,9% να είχαμε αύξηση των φορολογικών εσόδων 4,7% και το 2022 με ανάπτυξη 4,5% να προβλέπεται αύξηση των φορολογικών εσόδων κατά το πολύ μεγαλύτερο ποσοστό του 7,5%; Η απάντηση είναι ότι έχουμε να κάνουμε με μια σημαντική υποεκτίμηση των δαπανών, που θα τη βρούμε άμεσα μπροστά μας αλλά και με μια άδικη φορολογική επιβάρυνση. Το 60% των συνολικών φορολογικών εσόδων θα προέλθουν από έμμεσους φόρους που επιβαρύνουν αναλογικά περισσότερο τα πιο χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα της πατρίδας μας. Η αύξηση βέβαια της αναλογίας έμμεσων προς άμεσους φόρους ξεκίνησε από την προηγούμενη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ Ανεξαρτήτων Ελλήνων και απλά ο κ. Μητσοτάκης την συνεχίζει αταλάντευτα.

Συνάδελφοι, Η ανάπτυξη δεν κατανέμεται δίκαια

Για εμάς τους σοσιαλδημοκράτες βέβαια, δεν μπορεί να έχει ουσιαστικό νόημα η ανάκαμψη χωρίς όφελος για τους μισθωτούς, για τους συνταξιούχους, για τη νέα γενιά και τους Μικρομεσαίους Επιχειρηματίες, πραγματικό αντίκρισμα, πραγματικό όφελος. Η κυβέρνηση μπορεί να επαίρεται για τους ρυθμούς ανάπτυξης του ΑΕΠ, αλλά η Ελλάδα, σύμφωνα με τα στοιχεία της EUROSTAT, βρέθηκε το 2020 προτελευταία ανάμεσα στις 27 χώρες της Ένωσης, στο κατά κεφαλήν εισόδημα σε ισοτιμία αγοραστικής δύναμης. Δεν είναι τυχαίο ότι οι αμοιβές εξαρτημένης εργασίας υποχώρησαν και το 2020 και το 2021.

Την ίδια στιγμή, οι εισοδηματικές ανισότητες παραμένουν. Και ενώ η αγοραστική δύναμη μειώνεται, με το κόστος της ενέργειας να αυξάνεται ραγδαία, η κυβέρνηση λειτουργεί πάλι με το «βλέποντας και κάνοντας».
Με έκπληξη θα διαπιστώσει κανείς ότι οι περισσότερες παρεμβάσεις για την καταπολέμηση της αύξησης των τιμών στην ενέργεια δεν επεκτείνονται στο 2022. Η Ελλάδα βρίσκεται σταθερά, εδώ και πάρα πολλούς μήνες, στις πιο ακριβές χώρες της Ευρώπης στη χονδρεμπορική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας. Οι σημαντικές στρεβλώσεις ολιγοπωλιακού χαρακτήρα, διαβρώνουν το εισόδημα των πολιτών και μειώνουν την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων. 

Το αποτέλεσμα είναι ότι έχουμε αμοιβές Βαλκανίων και κόστος ζωής της Δυτικής Ευρώπης. Αλλά και οι προνοιακές παροχές βρίσκονται στο στόχαστρο της κυβέρνησης. Οι επιδοτούμενοι άνεργοι στη χώρα μας, ως ποσοστό επί των εγγεγραμμένων στον ΟΑΕΔ, παρουσιάζουν ήδη σοβαρή μείωση: από 15,9% τον Οκτώβριο του 2020 στο 10,5% τον Οκτώβριο του 2021.

Αγαπητοί συνάδελφοι, ποια λοιπόν μπορεί να είναι μια εναλλακτική πολιτική πρόταση σε όλα αυτά;

Εμείς όμως ως σοσιαλδημοκράτες πρεσβεύουμε μια εντελώς διαφορετική πολιτική για την παραγωγή και τη διανομή του πλούτου. Ένα αξιόπιστο, σοσιαλδημοκρατικό σχέδιο για μια βιώσιμη και δίκαιη ανάπτυξη έχει εντελώς διαφορετικές προτεραιότητες: Αντί για τη μείωση της φορολόγησης των κερδών και των μερισμάτων όπως κάνει η κυβέρνηση, εμείς προτείνουμε να είναι μόνιμη η μείωση κατά 3 ποσοστιαίες μονάδες των ασφαλιστικών εισφορών των μισθωτών του ιδιωτικού τομέα, και όχι μόνο για το 2022.

Προτείνουμε τον επανασχεδιασμό των συντελεστών ΦΠΑ των αγαθών και υπηρεσιών, με τρόπο τέτοιο, ώστε το κόστος του καλαθιού των πιο ευάλωτων νοικοκυριών να επιμεριστεί αναλογικά. Ένα ισχυρό και αναγεννημένο ΕΣΥ με έμφαση στην πρωτοβάθμια περίθαλψη και την πρόληψη είναι προτεραιότητά μας. Προτείνουμε την ενίσχυση του ΕΣΥ με όλα τα απαραίτητα κονδύλια εξοπλισμού και στελέχωσης από το Ταμείο Ανάκαμψης, όπως άλλωστε έκανε η Ιταλία με 15,6 δισ. ευρώ.Είναι απολύτως θεμιτή απόφαση αφού το Ταμείο αυτό, δημιουργήθηκε ακριβώς για να αντιμετωπίσουμε την πανδημία και παρόμοιους κινδύνους στο μέλλον.
Για εμάς ως παράταξη, η μετάβαση στην πράσινη οικονομία πρέπει να γίνει με δίκαιο τρόπο.

Η απολιγνιτοποίηση δεν σημαίνει απλώς αντικατάσταση του λιγνίτη με ένα ακόμη ορυκτό καύσιμο, το φυσικό αέριο. Σημαίνει πλήρη απο-ανθρακοποίηση της οικονομίας, μέσω της επέκτασης των ΑΠΕ και τον εκδημοκρατισμό της παραγωγής τους, όπως συμβαίνει σε πολλά κράτη της Ευρώπης, όχι μόνο λοιπόν επενδύσεις για λίγους στις ΑΠΕ, αλλά και για τους πολλούς και τους πιο αδύναμους. Αυτό πρέπει να γίνει με σταδιακή απόσυρση των λιγνιτικών μονάδων, ώστε να μην διαρραγεί η κοινωνική συνοχή. Μόνο έτσι θα εξασφαλιστεί η δίκαιη μετάβαση όλων των ενεργοβόρων περιοχών και βέβαια ευστάθεια του δικτύου.

Η γρήγορη και ισόρροπη ανάπτυξη των ΑΠΕ, χρειάζεται εκτεταμένες επενδύσεις στο δίκτυο και στην καινοτομία από το Ταμείο Ανάκαμψης. Η κυβέρνηση οφείλει να επενδύσει σε ένα σύγχρονο δίκτυο ώστε να εκπονηθούν σχέδια εκατοντάδων ενεργειακών κοινωντήτων που θα ρίξουν το κόστος παραγωγής στον πρωτογενή τομέα και τη μεταποίηση αλλά και με εκατοντάδες χιλιάδες φωτοβολτιαϊκά στις στέγες για τους πιο ευάλωτους, ώστε να αντιμετωπιστεί μακροπρόθεσμα η ενεργειακή φτώχεια και οι κοινωνικές ανισότητες.

Για εμάς τους προοδευτικούς πολίτες, κορυφαίο ζήτημα παραμένει το δημογραφικό. Ας μην ξεχνάμε ότι η Φώφη Γεννηματά ήταν η πρώτη που πρότεινε τη δημιουργία Διακομματικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής για αυτό το πολύ σοβαρό εθνικό ζήτημα. Επεξεργαζόμαστε ένα ολοκληρωμένο και μακροχρόνιο Σχέδιο Δημογραφικής Ανάκαμψης, ενσωματώνοντας βέλτιστες πρακτικές άλλων χωρών της Ευρώπης. Παράδειγμα, η διασφάλιση προσιτού κόστους ενοικίασης κατοικίας στα νέα ζευγάρια, με οδηγό το μοντέλο της Πορτογαλίας. Πώς οι Πορτογάλοι κατάφεραν να κατευθύνουν πάνω από το 15% των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης για κοινωνική στέγη και εδώ όχι, όταν έχουμε πιο κρίσιμο δημογραφικό ζήτημα από αυτούς; Πώς εκεί δίνουν τη δυνατότητα στους νέους να αυτονομηθούν και να δημιουργήσουν τη δική τους οικογένεια, ενώ στην Ελλάδα η δημογραφική γήρανση αποτελεί μείζον εθνικό πρόβλημα; Γιατί πολύ απλά είναι θέμα πολιτικής βούλησης.

Στη μια χώρα η σοσιαλιστική κυβέρνηση έχει προτεραιότητα τη μείωση του κόστους στέγασης των νέων ανθρώπων, ενώ στην Ελλάδα η προτεραιότητα να αυξήσει τα όρια μεταβίβασης κινητής και ακίνητης περιουσίας στα 800.000 ανά άτομο, κάτι που θα μπορούσε να γίνει με χαμηλότερο όριο της τάξης των 400.000 να αφορά πραγματικά τη μεσαία τάξη. Στην ίδια κατεύθυνση σχεδιάζουμε δέσμη μέτρων, για την ένταξη όλων των παιδιών σε βρεφονηπιακούς και παιδικούς σταθμούς, όπως επίσης και τη στήριξη στις οικογένειες με δύο εργαζόμενους. Όσον αφορά τις Αμυντικές δαπάνες, υπάρχει ένα κρίσιμο ζήτημα, μετά και τη συμφωνία με τη Γαλλία, η κυβέρνηση έχει εξαγγείλει ένα φιλόδοξο αλλά και συγχρόνως αναγκαίο εξοπλιστικό πρόγραμμα για τα επόμενα χρόνια.

Όμως δεν πρέπει σε αυτό το πολύ δαπανηρό ζήτημα να επαναλάβουμε τα λάθη του παρελθόντος. Οι σημαντικές δαπάνες πρέπει να σχεδιαστούν με τέτοιο τρόπο, που να αφήνουν σημαντική προστιθέμενη αξία στη χώρα μας. Χρειαζόμαστε πλήρεις άδειες για συμπαραγωγή, με μεταφορά τεχνογνωσίας που θα επιτρέψει στην ελληνική αμυντική βιομηχανίας να δημιουργήσει μια νέα πραγματικότητα παραγωγής, ώστε η χώρα να πάψει μόνο να είναι καταναλωτής, αλλά και μια δύναμη που θα δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας, σε αυτό τον τομέα, με δημοσιονομικό, πλέον, όφελος.

Φίλες και φίλοι, 

Ένα πολύ σημαντικό ζήτημα για την οικονομία μας είναι το μεταναστευτικό. Πρέπει να υπάρχει έλεγχος στα σύνορά μας, αλλά και ένας σχεδιασμός για τις ανάγκες της οικονομίας μας σε εργατικά χέρια, χωρίς ταμπού. Ένας σχεδιασμός ο οποίος θα είναι σύγχρονος και αντικειμενικός ώστε να αντιμετωπίσουμε τα ελλείμματα που υπάρχουν στην παραγωγική βάση και ιδιαίτερα στον πρωτογενή τομέα και τη μεταποίηση.

Αγαπητοί συνάδελφοι, πριν λίγες μέρες, ο κ. Μητσοτάκης ζήτησε από εμάς μια υπεύθυνη αντιπολίτευση. Βεβαίως, πιστοποιητικά υπευθυνότητας ο κ. Μητσοτάκης οφείλει να ζητήσει από το κόμμα του, να ψάξει στην Κυβέρνησή του αν υπάρχει υπευθυνότητα. Αν σε κρίσιμες αποφάσεις για την πατρίδα, έδειξαν ότι βάζουν πάνω από όλα το δημόσιο συμφέρον και όχι το πολιτικό κόστος. Δεν το έκαναν όμως, ούτε στην πανδημία, ούτε σε θέματα που αφορούν τη θέση της χώρας στον κόσμο.

Μια κυβέρνηση πρέπει να γνωρίζει τι χρειάζεται η πατρίδα, για να προχωρά μπροστά, με γενναιότητα. Αυτό δεν υπάρχει σήμερα. Μια κυβέρνηση πρέπει να είναι δίπλα στους πολίτες, να δίνει μάχη απέναντι στον φόβο που ζουν και την ανασφάλεια. Μια κυβέρνηση που θα έχει όραμα, δυναμισμό και αυτοπεποίθηση.

Είμαστε εδώ λοιπόν, ξανά, το ΠΑΣΟΚ και η Δημοκρατική Παράταξη, για να είμαστε εμείς αυτή κυβέρνηση στο μέλλον. Μια κυβέρνηση προοδευτική, ρεαλιστική προγραμματική, που θα απαντήσει στα προβλήματα του ελληνικού λαού.

Είμαστε λοιπόν εδώ, για να κρατήσουμε ψηλά τη σημαία της ευθύνης, τη σημαία του ρεαλισμού, τη σημαία της σοβαρότητας.

Κρατάμε λοιπόν ψηλά αυτή τη σημαία. Ένα κόμμα σύγχρονο, σοσιαλδημοκρατικό, που δίνει ελπίδα και της προοπτική στην Ελληνίδα, και στον Έλληνα. Ένα κόμμα που υπερασπίζεται με κάθε τρόπο την εθνική αξιοπρέπεια και την κοινωνική δικαιοσύνη. Αυτό ήμασταν, αυτό είμαστε και γι’αυτά θα αγωνιζόμαστε. 

Σας ευχαριστώ πάρα πολύ»

 

ΠΗΓΗ: Protothema.gr