Helmut Newton: Φωτογραφίζω ανθρώπους που αγαπώ, που θαυμάζω, που μισώ

Το νέο λεύκωμα της Taschen αποκαλύπτει την εξέλιξη του φωτογράφου που εναντιώθηκε στη σεμνοτυφία

Οι διαχρονικές εικόνες του Αυστραλού φωτογράφου, Χέλμουτ Νιούτον, σοφιστικέ και συγχρόνως προκλητικές, αποτελούν μια πλούσια και πάντα-επίκαιρη πολιτιστική κληρονομιά. Σε αυτό το νέο λεύκωμα του εκδοτικού οίκου Taschen, η συγγραφέας Σάρα Μάουερ (κριτικός μόδας στο περιοδικό Vogue), σε συνεργασία με τον Φίλιπ Γκάρνερ (επιμελητής εκθέσεων και αντιπρόεδρος του Helmut Newton Foundation), παρουσιάζουν μία συνεκτική, αλλά ευρεία και επιδραστική επιλογή από φωτογραφίες του, συνοδευόμενη από μία εύστοχη εισαγωγή και ένα αναλυτικό βιογραφικό χρονολόγιο.

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1960, οι δυναμικές εικόνες του Νιούτον, που οι New York Times περιέγραψαν ως έναν «παραγωγικότατο φωτογράφο μόδας που μιμήθηκαν πολλοί, του οποίου οι προκλητικές, ερωτικά φορτισμένες ασπρόμαυρες φωτογραφίες αποτέλεσαν πυλώνα του περιοδικού Vogue και άλλων εκδόσεων», εδραίωσαν τη φήμη του στον κόσμο της μόδας… Από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 έγινε περιβόητος μέσω των λευκωμάτων και των εκθέσεών του. Οι εικόνες του απαθανάτισαν λαμπερά πρόσωπα της κοινωνίας, του κινηματογράφου και της μόδας, όπως την Πριγκίπισσα Καρολίνα του Μονακό, τη Σαρλότ Ράμπλινγκ, την Παλόμα Πικάσο και τον Καρλ Λάγκερφελντ.

Όσες γυναίκες πόζαραν γυμνές το έκαναν εθελοντικά, ποτέ δεν αναγκάστηκαν από κανέναν να φωτογραφηθούν έτσι

Αυτό το λεύκωμα αποκαλύπτει την εξέλιξη του Νιούτον σε έναν αντιφρονούντα, έναν ειδήμονα και έναν σκανδαλιάρη κυνικό, έναν ηδονοβλεψία και την ίδια στιγμή έναν σατιριστή, του οποίου ο φακός «παγίδεψε» αμφιλεγόμενες, αλλά βασικές πτυχές της υψηλής μόδας και κοινωνίας, κατά το δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα. Ο Νιούτον επέβαλλε μέσα από τη δουλειά του τη δική του οπτική και τις δικές του εμμονές, ορίζοντας χαρακτηριστικότερα την ιδέα του για μία δυναμική, γεμάτη αυτοπεποίθηση γυναίκα. Η φιγούρα αυτή έγινε το πιο επίμονο θέμα του, ανεπτυγμένο σε σενάρια με ερωτική φόρτιση, συνήθως με φόντο το σαγηνευτικό περιβάλλον ενός χλιδάτου διαμερίσματος ή ενός μεγάλου ξενοδοχείου, στο Παρίσι, το Μόντε Κάρλο ή το Λος Άντζελες.

Σε κάθε περίπτωση, όπως τονίζει και ο σκηνοθέτης, Γκέρο φον Μπεμ, που γύρισε το βιογραφικό ντοκιμαντέρ, «Χέλμουτ Νιούτον: Η ωραία και το κτήνος» (2020): «Πρέπει να δει κανείς τον Νιούτον και τη δουλειά του σε άμεση σύνδεση με την περίοδο κατά την οποία τραβήχτηκαν αυτές οι φωτογραφίες». Ο Νιούτον ξεκίνησε την καριέρα του επάνω στο ζενίθ της σεξουαλικής επανάστασης, στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και τις αρχές της δεκαετίας του 1970, και εναντιώθηκε στη σεμνοτυφία και την υποκρισία της εποχής. «Όσες γυναίκες πόζαραν γυμνές το έκαναν εθελοντικά, ποτέ δεν αναγκάστηκαν από κανέναν να φωτογραφηθούν έτσι», πρόσθεσε ο σκηνοθέτης, μιλώντας για την κληρονομιά του φωτογράφου στην εποχή του κινήματος #MeToo.

Οι εικόνες του Νιούτον αμφιρρέπουν στην κόψη του ξυραφιού της ασάφειας, εκμαιεύοντας υπαινιγμούς και κοινωνικές παρατηρήσεις που δελεάζουν και ταυτόχρονα «δοκιμάζουν» το κοινό. Σε αυτή τη συλλογή, η μοναδική οπτική γωνία του Νιούτον παρουσιάζεται με αποτελεσματικότητα, αντικατοπτρίζοντας το σύνθετο υπόστρωμα που προσδίδει στις εικόνες τον ξεχωριστό χαρακτήρα τους, σε όλο το φάσμα της συντακτικής δουλειάς του, στους χώρους της μόδας και της προσωπογραφίας.

ΠΗΓΗ:athensvoice.gr