Δέκα χρόνια μοναξιά, χωρίς τον Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες

Με αφορμή τη συμπλήρωση δέκα χρόνων από τον θάνατο του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, αναζητήσαμε τον Κολομβιανό ομότεχνο και καλό του φίλο Σαντιάγο Γκαμπόα, ο οποίος μας διηγήθηκε ιστορίες από τη ζωή του σπουδαίου συγγραφέα.

Δέκα χρόνια συμπληρώνονται στις 17 Απριλίου από τον θάνατο του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες (19272014), του ανθρώπου που με αφετηρία ένα ταπεινό χωριό της Κολομβίας έγινε ένας από τους πιο πολυδιαβασμένους συγγραφείς του κόσμου. Αποτέλεσε βασικό συστατικό τού λατινοαμερικανικού μπουμ που ξέσπασε στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και καθιερώθηκε με τα «Εκατό χρόνια μοναξιά» (1967) που έγραψε στην Πόλη του Μεξικού όταν εργαζόταν εκεί ως δημοσιογράφος. Ο Μάρκες απέδωσε το πνεύμα της χώρας του αλλά και όλης της Λατινικής Αμερικής μέσα από το λογοτεχνικό ρεύμα του μαγικού ρεαλισμού. Κατάφερε να συνδυάσει την τοπική ιστορία και την κουλτούρα των αποικιοκρατών με τρόπο που αφορά το παγκόσμιο κοινό. Γι’ αυτή την ικανότητά του αλλά και για το πώς ήταν ο Μάρκες ως άνθρωπος μας μίλησε ο Σαντιάγο Γκαμπόα, ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους συγγραφείς της Κολομβίας. Ακολουθεί η αφήγησή του σε πρώτο πρόσωπο.

Η Αρακατάκα και η Μπογκοτά

Στην Κολομβία λέμε πως φέτος κλείνουμε δέκα χρόνια μοναξιά, όσα δηλαδή πέρασαν από τον θάνατο του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες. Παρότι η δουλειά και η γραφή μου είναι εντελώς διαφορετικές από τον δικό του τρόπο, πάντα ο Μάρκες ορίζει το πλαίσιο της σχέσης μου με τη λογοτεχνία. Καταγόταν από την Αρακατάκα, μια περιοχή της Κολομβίας που ανήκει στην Καραϊβική. Ομως η ατμόσφαιρα και τα συστατικά του σύμπαντός του περιλαμβάνουν όλη την Καραϊβική, όχι μόνο την κολομβιανή. Η ζωή έτσι όπως την αποτύπωσε αποτελεί μια διαφορετική οπτική για τον κόσμο.

Η λογοτεχνία του περιγράφει τους ανθρώπους που ζουν κοντά στη θάλασσα, σε ιδιαίτερα ζεστό κλίμα γιατί στην Καραϊβική ο καιρός είναι πάντα ίδιος, δεν υπάρχουν εποχές – 365 μέρες τον χρόνο το θερμόμετρο δείχνει 33-37 βαθμούς. Ο κόσμος του ήταν πολύ διαφορετικός από τον δικό μου. Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Μπογκοτά, η οποία απέχει περίπου 1.200 χλμ. από την Καραϊβική και είναι χτισμένη σε υψόμετρο περίπου 2.600 μ. Οταν παιδί βρέθηκα για πρώτη φορά στα μέρη που περιγράφει ο Μάρκες σχεδόν τρόμαξα από τους ανθρώπους, διότι ντύνονται με φλοράλ ρούχα σε έντονους χρωματισμούς, χαμογελούν συνεχώς και μιλούν φωναχτά. Για μας, που είμαστε σιωπηλοί και ντυνόμαστε με σκούρα ρούχα, η πρώτη επαφή είναι σχεδόν σοκαριστική. Θυμάμαι πόσο περίεργο μου είχε φανεί ότι φορούν παπούτσια χωρίς κάλτσες.

«Οι Ευρωπαίοι μιλούσαν πολύ για την Κούβα, το Μεξικό, τη Βραζιλία, την Αργεντινή, αλλά η Κολομβία ήταν για εκείνους σχεδόν αόρατη χώρα. Ο Γκαρσία Μάρκες ήταν εκείνος που με την παγκόσμια επιτυχία του μας έκανε περήφανους», λέει ο Σαντιάγο Γκαμπόα (αριστερά)

Η φωτεινή πλευρά

Προέρχομαι από οικογένεια καθηγητών πανεπιστημίου στις τέχνες και τις ανθρωπιστικές σπουδές. Οταν γεννήθηκα στο σπίτι μας υπήρχαν περίπου 5.000 βιβλία. Οι γονείς μου είχαν τον Μάρκες σαν θεό. Διάβαζαν τα βιβλία του την πρώτη μέρα που κυκλοφορούσαν στα βιβλιοπωλεία. Λόγω της δικής τους αγάπης γνώρισα τη λογοτεχνία του πολύ νωρίς. Στις αρχές της δεκαετίας του 1970, όταν άρχισα να κατανοώ τον κόσμο, η Κολομβία ήταν μια ασήμαντη χώρα, εξού και οι Κολομβιανοί είμαστε πολύ ντροπαλοί και μετριόφρονες. Οι Ευρωπαίοι μιλούσαν πολύ για την Κούβα, το Μεξικό, τη Βραζιλία, την Αργεντινή, αλλά η Κολομβία ήταν για εκείνους σχεδόν αόρατη. Ο Γκαρσία Μάρκες με την παγκόσμια επιτυχία του μας έκανε περήφανους. Δυστυχώς, σχεδόν ταυτόχρονα η Κολομβία έγινε παγκοσμίως γνωστή και για τη δράση του Πάμπλο Εσκομπάρ αλλά και άλλων ανθρώπων που συνδέθηκαν με το οργανωμένο έγκλημα. Ωστόσο ο Μάρκες εκπροσωπούσε πάντα τη φωτεινή πλευρά μας.

Υπήρξε λαμπρό παράδειγμα ανθρώπου που ξεκίνησε από χαμηλά και έφτασε να διαβάζει όλος ο κόσμος τα βιβλία του. Η στάση του γέμισε ελπίδα όσους πιστεύουν πως αν γράφεις από καρδιάς και με ειλικρίνεια, είναι πιθανό το έργο σου να αγγίξει πολλούς αναγνώστες. Βέβαια, την ίδια στιγμή που ο Μάρκες άνοιξε για όλους μας νέους δρόμους συμβαίνει και κάτι άλλο αξιοσημείωτο. Θα μιλήσω προσωπικά. Εκδότες άλλων χωρών στους οποίους προτείνονται τα βιβλία μου για μετάφραση με ρωτούν: «Πώς γίνεται να είσαι Κολομβιανός και τα βιβλία σου να μην ανήκουν στον μαγικό ρεαλισμό;».

Οικουμενικότητα

Πάντα αναρωτιόμουν τι είναι αυτό που κάνει τα «Εκατό χρόνια μοναξιά» και άλλα σημαντικά βιβλία του τόσο ευρέως αποδεκτά από τόσο διαφορετικούς ανθρώπους σε όλο τον κόσμο. Ο Μάρκες διαβάζεται από αναγνώστες όλων των εθνικοτήτων, των τάξεων, των θρησκειών, των πολιτικών αποχρώσεων. Εχω περάσει χρόνια στην Ινδία και θυμάμαι ότι στον νότο της χώρας, όπου κανείς δεν ξέρει ποιος είναι ο Χέμινγουεϊ, ο Σαρτρ, ακόμη και ο Κάφκα, όλοι ήξεραν τον Μάρκες. Κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα νομίζω πως μόνο ο Πάμπλο Νερούδα υπήρξε επίσης τόσο δημοφιλής. Ο Τζέιμς Τζόις, η Βιρτζίνια Γουλφ, η Μαργκερίτ Ντιράς είναι πολύ γνωστοί συγγραφείς για όλους όσοι ενδιαφέρονται για τη λογοτεχνία. Υπάρχουν όμως κι άλλοι που είναι δημοφιλείς για όλους, όχι μόνο για όσους διαβάζουν συστηματικά λογοτεχνία αλλά και για εκείνους που κάποιες φορές θέλουν απλώς να διαβάσουν ένα βιβλίο.

Από πού πηγάζει η οικουμενικότητά του; Νομίζω ότι τα «Εκατό χρόνια μοναξιά» αποτελούν κατά κάποιον τρόπο την ιστορία της προέλευσης του κόσμου. Μια Βίβλος. Διαβάζοντας την αρχή αντιλαμβάνεσαι ότι έχει κοινά στοιχεία με τη «Γένεση». Περιγράφεται η ιστορία ενός τόπου, μιας οικογένειας, μιας κοινωνίας και στο τέλος έρχεται η Αποκάλυψη. Υπάρχει δε ένα κεφάλαιο στο οποίο βρέχει αδιάκοπα, το οποίο παραπέμπει στον βιβλικό Νώε. Πιστεύω, λοιπόν, πως ο Μάρκες έγραψε στα «Εκατό χρόνια μοναξιά» για το Μακόντο έχοντας στο βάθος του μυαλού του την ιστορία της δημιουργίας του κόσμου και της ανθρωπότητας όπως περιγράφονται στη Βίβλο. Σε όλα τα βιβλία του Μάρκες τα θέματα είναι ευρύτατα καθολικά, ωστόσο εκκινούν από το τοπικό.

Ο ρόλος της δημοσιογραφίας

Η δημοσιογραφία για τον Μάρκες, όπως και για άλλους συγγραφείς εκείνης της εποχής, ένας εκ των οποίων ήταν ο Μάριο Βάργκας Λιόσα, υπήρξε μέσο βιοπορισμού. Για εκείνον όμως σήμαινε πολύ περισσότερα, καθώς στην πορεία τού προέκυψαν μεγάλο πάθος και αγάπη. Συνέχισε να δημοσιογραφεί ακόμη κι όταν κέρδισε το Νόμπελ κι έγινε διάσημος σε όλο τον κόσμο. Τον ενδιέφεραν πολύ τα χρονικά. Ελεγε πως το χρονικό είναι το κοινό έδαφος μεταξύ δημοσιογραφίας και λογοτεχνίας. Μια από τις σημαντικότερες παρακαταθήκες του για την Κολομβία είναι ότι έθεσε θεμέλια για μια δημοσιογραφία με βαθιές ηθικές αξίες.

Ο Μάρκες ως προσωπικότητα

Οταν τον γνώρισα ήταν ήδη κλασικός κι ένας από τους σημαντικότερους διανοούμενους της Λατινικής Αμερικής. Τον συνάντησα για πρώτη φορά το 1995 στη Γαλλία, σ’ ένα ξενοδοχείο όπου βρισκόμουν με άλλους Λατινοαμερικανούς συγγραφείς. Ο Μάρκες περπατούσε στον κήπο για μια φωτογράφιση και κάποια στιγμή ο φωτογράφος τον ρώτησε αν ήθελε να γνωρίσει την ομάδα μας. Οταν τον είδα από κοντά ένιωσα σαν να έβλεπα τον θεό. Ετρεμα από συγκίνηση και από την ταραχή μου σχεδόν κρύφτηκα πίσω από τους άλλους. Οταν ήρθε η σειρά μου ο φωτογράφος με σύστησε και τότε ο Μάρκες είπε: «Σε διαβάζω. Σε έψαχνα». Από το σοκ δεν θυμάμαι τι άλλο είπαμε, ένιωθα σαν να έπαθα έμφραγμα.

Μου είπε ότι θα μου τηλεφωνούσε τρεις μέρες μετά κι έτσι έγινε. Στο τηλέφωνο είχα την ίδια αίσθηση που είχα από κοντά. Μου έκανε εντύπωση ότι ήθελε να μάθει τι έγραφα εκείνη την εποχή και να συζητήσουμε πάνω στο βιβλίο μου. Τρεις μήνες μετά, όταν πλέον είχε επιστρέψει στην Κολομβία, έλαβα ένα μήνυμα από τον εκδότη του με το οποίο μου ζητούσε να συνεργαστούμε σε μια δημοσιογραφική δουλειά. Ηταν πολύ γενναιόδωρος με τον χρόνο του και πολύ στοργικός άνθρωπος. Οταν το 2005 βρισκόμουν σε πολύ δύσκολη οικονομική κατάσταση τηλεφώνησε στον πρόεδρο της Κολομβίας και του ζήτησε να μου προσφέρει εργασία. Μου πρότειναν λοιπόν να γίνω διπλωμάτης στην UNESCO στο Παρίσι κι έπειτα στην κολομβιανή πρεσβεία της Ινδίας. Υπήρξε πολύ υποστηρικτικός με τους ανθρώπους που ένιωθε κοντά του και είμαι πολύ τυχερός που ανήκα σε αυτούς.

Για τη λογοτεχνία

Γνώρισα πολλούς συγγραφείς στη ζωή μου, αλλά αρκετοί όταν άγγιζαν την επιτυχία άλλαζαν. Ο ίδιος ποτέ δεν είχε αυτή την ανάγκη. Σε όλη του τη ζωή παρέμεινε ο άνθρωπος που χαιρόταν να μιλάει για λογοτεχνία. Μια φορά τον ρώτησα ποιον συγγραφέα του 20ού αιώνα θαύμαζε. Χωρίς να το σκεφτεί ιδιαίτερα απάντησε: «Τον Αλμπέρ Καμύ, γιατί πάντα ήθελα να τον ρωτήσω αν είχε επίγνωση του λάθους του στον “Ξένο”». Ο «Ξένος» ξεκινά με την πρόταση «Σήμερα πέθανε η μαμά. Ισως και χτες, δεν ξέρω». Οπως μου είπε ο Μάρκες –κάτι που δεν είχα προσέξει ως τότε–, αν συνεχίσεις να διαβάζεις την ιστορία, φαίνεται πως έχουν περάσει πέντε μέρες και όχι μία.

Η τελευταία συνάντηση

Τελευταία φορά τον είδα ενάμιση χρόνο προτού πεθάνει. Ακόμη κι όταν η άνοια ήταν σε προχωρημένο στάδιο συνέχισε να είναι ο Γκαρσία Μάρκες. Μεταξύ των ανθρώπων που τον γνωρίζουν λέγεται συχνά μια ιστορία η οποία είναι πέρα ως πέρα αληθινή. Οσο ήταν σε άνοια τον επισκέφτηκε στο σπίτι του ο φίλος του Ροβέρτο Πόμπο, ο οποίος ήταν τότε διευθυντής της εφημερίδας «El Τiempo» της Μπογκοτά. Οταν μπήκε στο δωμάτιο όπου βρισκόταν ο Μάρκες, εκείνος δεν τον αναγνώρισε αλλά τον κοίταξε και του είπε: «Δεν ξέρω ποιος είσαι αλλά ξέρω ότι σε αγαπώ πάρα πολύ».

Τα τελευταία χρόνια ζούσε στο Μεξικό. Οταν ταξίδευα εκεί το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να αφήνω κάτω τη βαλίτσα μου και να του τηλεφωνώ αμέσως. Ηταν πάντα γενναιόδωρος και ευγενικός και απαντούσε πάντα στα τηλεφωνήματά μου. Το σπίτι του Μάρκες ήταν σαν πρεσβεία, πάρα πολλοί άνθρωποι του τηλεφωνούσαν και στο τηλέφωνο απαντούσαν δυο τρία άτομα προτού φτάσει η γραμμή σ’ εκείνον.

Κάθε φορά λοιπόν απαντούσε ως εξής: «Δον Σαντιάγο, πες μου σε ποιο τρελό μέρος του κόσμου είσαι πάλι». Το έλεγε γιατί είχα τη φήμη ότι ταξίδευα σε μέρη που για εκείνον ήταν πολύ μακρινά. Ανήκε στη γενιά των Λατινοαμερικανών για τους οποίους η Ευρώπη ήταν το τέλος του κόσμου. Οταν του έλεγα ότι ήμουν στο Μεξικό μού ζητούσε να τον καλέσω ξανά σε μισή ώρα για να κλείσουμε ραντεβού είτε στο σπίτι του είτε κάπου αλλού. Μου λείπει πολύ. Η φωνή του, οι σκέψεις του. Και μου λείπει και ο τρόπος του ως συγγραφέα.

Ακόμη έξι βιβλία του Μάρκες

(Όλα κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Ψυχογιός σε μετάφραση της Μαρίας Παλαιολόγου, εκτός από το «Τα λέμε τον Αύγουστο» το οποίο μεταφράστηκε από τη Δέσποινα Δρακάκη)

«Τα λέμε τον Αύγουστο»: Στις 18 Απριλίου κυκλοφορεί η ανέκδοτη νουβέλα του Κολομβιανού συγγραφέα την οποία έγραφε ήδη όταν ξεκίνησε τις «Δύστυχες πουτάνες της ζωής μου». Η ιστορία αφορά την Άνα Μαγκνταλένα Μπαχ, μια μεσήλικη παντρεμένη επί σχεδόν τρεις δεκαετίες γυναίκα, η οποία αναζητά την ερωτική συγκίνηση μέσω μιας νέας γνωριμίας.

«Οι δύστυχες πουτάνες της ζωής μου»: Στοχασμός πάνω στο εφήμερο της ζωής και στην αιωνιότητα του έρωτα μέσα από την ιστορία ενός 90χρονου δημοσιογράφου ο οποίος επιθυμεί να περάσει μια νύχτα με μια έφηβη παρθένα. Ωστόσο η απρόσμενη εξέλιξη της επίσκεψής του στον οίκο ανοχής θα τον ωθήσει σε βαθιά υπαρξιακή αναζήτηση.

«Περί έρωτος και άλλων δαιμονίων»: Η δράση του βιβλίου τοποθετείται στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα στην Καρνταχένα ντε Ιντιας, όπου ένα λυσσασμένο σκυλί δαγκώνει στον αστράγαλο τη 12χρονη Σιέρβα Μαρία, η οποία κάνει παρέα με τους Αφρικανούς σκλάβους του μαρκήσιου πατέρα της. Το κορίτσι θα πέσει θύμα της Ιεράς Εξέτασης προκειμένου να διαπιστωθεί αν διακατέχεται από δαιμόνια. Μαγικός ρεαλισμός αλλά και κοινωνικό σχόλιο για την εποχή στην οποία κυριαρχούσαν οι δουλέμποροι και η Καθολική Εκκλησία.

«Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας»: Η ιστορία του παθιασμένου έρωτα του Φλορεντίνο Αρίσα για τη Φερμίνα Δάσα, η οποία ωστόσο παντρεύεται άλλον άντρα. Οταν εκείνος πεθαίνει, ο Φλορεντίνο διεκδικεί ξανά τον έρωτα της Φερμίνα. Σύντομα θα αντιληφθεί πως τα χρόνια που μεσολάβησαν έχουν αλλάξει την αίσθηση και των δύο για τα πάντα, μαζί κι εκείνη περί έρωτος.

«Το σκάνδαλο του αιώνα»: Ο Μάρκες έλεγε πως δεν ήθελε να τον θυμούνται για το «Εκατό χρόνια μοναξιά» ούτε για το Νόμπελ, αλλά για τη δημοσιογραφική του δουλειά. Η έκδοση αυτή είναι μια ωραία ευκαιρία να γνωρίσει ο αναγνώστης σε βάθος χρόνου τον δημοσιογράφο Μάρκες, καθώς περιλαμβάνει πενήντα δημοσιογραφικά κείμενα από τα πρώτα του χρόνια στις εφημερίδες μέχρι το τέλος.

«Χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου»: Το πιο «ρεαλιστικό» απ’ όλα τα μυθιστορήματα του Μάρκες βασίζεται σε μια αληθινή υπόθεση δολοφονίας που συνέβη στην Κολομβία.

ΠΗΓΗ:documento.gr