«Ψυχοθεραπεία» από τον καναπέ του σπιτιού μας;

Το «Baby Reindeer» και η εντύπωση των θεατών ότι κατανόησαν καλύτερα την ψυχολογία θυτών και θυμάτων, ότι μετείχαν σε μια ψυχοθεραπευτική διαδικασία

Η σειρά «Baby Reindeer» του Netflix είναι ένα καλό παράδειγμα πολιτισμικού προϊόντος που το τελευταίο διάστημα βρίσκεται στο επίκεντρο της συζήτησης στα κοινωνικά δίκτυα, όχι μόνο για το υψηλού επιπέδου καλλιτεχνικό αποτέλεσμα μα και για την επίδραση που, κοινό και δημοσιογράφοι, θεωρούν ότι μπορεί να έχει στον ψυχισμό των θεατών.

Το θέμα της παρενοχλητικής παρακολούθησης (stalking), που πραγματεύεται η σειρά, είναι όχι μόνο ιδιαίτερα ευαίσθητο αλλά και προσφιλές στο τηλεοπτικό κοινό. Ωστόσο, οι περισσότεροι σεναριογράφοι το προσεγγίζουν μέσα από την οπτική του θρίλερ και όχι ως ένα κοινωνικό ζήτημα στις ποικίλες διαστάσεις του.

Αρκετοί, μάλιστα, αναφέρονται και στην ψυχοθεραπευτική λειτουργία μιας καλοφτιαγμένης τηλεοπτικής σειράς. Το ότι η τέχνη μπορεί να λειτουργήσει ψυχοθεραπευτικά είναι ένα κλισέ που αναπαράγεται συχνά, χωρίς όμως να εξηγείται πώς ακριβώς επιτυγχάνεται κάτι τέτοιο, ποιες λειτουργίες ενεργοποιούνται στο μυαλό του αναγνώστη ή του θεατή ώστε ένα έργο τέχνης να δύναται να προσφέρει εκτός από αισθητική ικανοποίηση και ψυχική ίαση οδηγώντας σταδιακά στην αποκατάσταση της χαμένης ισορροπίας.

Είναι μάλιστα αφελές να μην συνειδητοποιούμε ότι έργα που ωθούν τον θεατή να ανασύρει από τη μνήμη του τραυματικά βιώματα, όταν δεν συνοδεύονται από την κατάλληλη επεξεργασία που μπορεί να παρέχει μια ψυχοθεραπευτική συνεδρία, ή έστω η συζήτηση σε μια ομάδα ατόμων που έχουν βιώσει παρόμοια περιστατικά, μπορεί να τον οδηγήσουν σε μεγαλύτερο ψυχικό αδιέξοδο από αυτό που ήδη βιώνει.

Το θέμα δεν είναι απλώς να αναβιώσουμε, μέσω της ανάγνωσης ενός βιβλίου ή την παρακολούθηση μιας ταινίας, την οδυνηρή εμπειρία που κουβαλάμε, αλλά να κουβεντιάσουμε το συμβάν με τον κατάλληλο άνθρωπο και στο κατάλληλο πλαίσιο, ώστε να προστατεύσουμε τον εαυτό μας από την απελπισία, τη ντροπή, ή την οργή που μπορεί να αισθανθούμε.

To Baby Reindeer είναι βασισμένο σε αληθινά γεγονότα, όπως τα βίωσε ο stand up κωμικός και συγγραφέας της σειράς, Ρίτσαρντ Γκαντ. Το σίριαλ διηγείται τη σχέση με την stalker του, τη Μάρθα, που τον παρενοχλούσε για μεγάλο διάστημα σχεδόν καθημερινά στον χώρο εργασίας αλλά και διαδικτυακά, προκαλώντας μια σειρά από προβλήματα στην επαγγελματική και την προσωπική του ζωή. Μέχρι να βρει ο Γκαντ τη δύναμη να αντιμετωπίσει και να καταγγείλει την Μάρθα στην αστυνομία για παρενοχλητική παρακολούθηση θα περάσουν κάποια χρόνια κατά τα οποία θα συμβούν ακραία γεγονότα που όχι μόνο θα τον σημαδέψουν αλλά θα αποτελέσουν και την αφορμή για να αναβιώσει ένα τραύμα του παρελθόντος που καθορίζει τη στάση του στο παρόν.

Η τάση που επικρατεί τα τελευταία χρόνια στην πεζογραφία να εξομολογείται ο συγγραφέας περιστατικά από τη ζωή του -σε συνδυασμό συνήθως με γεγονότα επινοημένα που προσδίδουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον στην ιστορία του-, δεν θα μπορούσε να αφήσει ανεπηρέαστους τους σεναριογράφους τηλεοπτικών σειρών. Έχοντας διαπιστώσει ότι οι αληθινές ιστορίες προσελκύουν στις μέρες μας ένα μεγάλο κοινό που είτε αρέσκεται να παρακολουθεί τις ζωές των άλλων μέσα από την κλειδαρότρυπα, είτε αναζητά απαντήσεις για τα θέματα που το απασχολούν μέσα από τις εμπειρίες διαφορετικών ανθρώπων, παράγονται όλο και περισσότερα τηλεοπτικά προϊόντα που κινούνται προς αυτή την κατεύθυνση.

Στο τέταρτο, εξαιρετικό επεισόδιο της σειράς, ο Ρίτσαρντ Γκαντ αποκαλύπτει τους λόγους για τους οποίους δεν αποφάσιζε να κινηθεί νωρίτερα εναντίον της Μάρθας, επιτυγχάνοντας μια έξυπνη ανατροπή της παραδοσιακής αφήγησης παρόμοιων ιστοριών όπου το θύμα δεν φέρει την παραμικρή ευθύνη για την εξέλιξη της υπόθεσης.

Ο Γκαντ παραδέχεται πως για προσωπικούς λόγους δεν χειρίστηκε σωστά την κατάσταση, επιτρέποντας στην stalker του να επενδύσει συναισθηματικά στην επαφή τους, αφήνοντάς την να ελπίζει στη δημιουργία ερωτικού δεσμού ανάμεσά τους, με αποτέλεσμα οι δεκάδες ματαιώσεις που βίωσε να την οδηγήσουν στο πέρασμα του χρόνου να γίνεται όλο και πιο επιθετική.

Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε ότι ο Γκαντ δεν επεδίωξε να αναλύσει την ψυχοσύνθεση των θυμάτων του stalking γενικά, εφόσον μιλάει αποκλειστικά και μόνο για το δικό του βίωμα. Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει λοιπόν να θεωρούμε πως κάπου στο σήριαλ υπονοείται ότι όλα τα θύματα φέρουν ευθύνες όταν δέχονται stalking ή οποιασδήποτε άλλης μορφής επίθεση, και ότι απλώς με άλλο χειρισμό θα μπορούσαν πολύ εύκολα να το είχαν αποφύγει.

Ο Γκαντ θεωρεί πως το μεγάλο λάθος του με την Μάρθα είναι ότι την κέρασε ένα φλιτζάνι τσάι στην παμπ όπου εργαζόταν ως μπάρμαν, σηματοδοτώντας στη φαντασία της την αρχή μιας στενότερης σχέσης. Η αλήθεια όμως είναι ότι πάντα θα υπάρχουν αφορμές για ένα άτομο που συνηθίζει να παρενοχλεί τους άλλους, απλές, συνηθισμένες κινήσεις χωρίς ιδιαίτερη βαρύτητα για τους υπόλοιπους που όμως αποκτούν στη φαντασία του έναν ιδιαίτερο συμβολισμό που οδηγούν στην επινόηση μιας ιστορίας όπου πρωταγωνιστεί το ίδιο και το θύμα.

Αν και είναι πραγματικά ενδιαφέρον ότι το Baby Reindeer κατάφερε να αγγίξει μια ευαίσθητη χορδή χιλιάδων θεατών που παραληρούν ενθουσιασμένοι στα κοινωνικά δίκτυα προτείνοντας ανεπιφύλακτα την σειρά, δεν έχω πειστεί ότι αυτό οφείλεται στο αισθητικό και καλλιτεχνικό αποτέλεσμα και όχι στην εντύπωση που αποκόμισαν αρκετοί, ότι κατανόησαν καλύτερα την ψυχολογία των θυτών και των θυμάτων τέτοιων περιστατικών, πως κατά κάποιον τρόπο μετείχαν σε μια ψυχοθεραπευτική διαδικασία.

Ας μην ξεχνάμε, όμως, ότι η υπερανάλυση των γεγονότων και των κινήτρων των πρωταγωνιστών μιας ιστορίας δεν συγκαταλέγονται στα προσόντα της σοβαρής λογοτεχνίας ή του καλού κινηματογράφου. Η αμφισημία και η απόκρυψη κάποιων στοιχείων, η αποφυγή τελεσίδικων απόψεων ή επιμύθιων, μπορεί να διεγείρει τη φαντασία και την κριτική σκέψη του κοινού, δίνοντας χώρο στην ανάπτυξη διαφορετικών οπτικών, οδηγώντας σε μια δημιουργική συζήτηση που μπορεί με τη σειρά της να καταστήσει το έργο διαχρονικό.

Δεν είμαι σίγουρη ότι κάτι τέτοιο ισχύει για το Baby Reindeer, αφού αν το δει κανείς μία φορά δύσκολα επιστρέφει σε αυτό — χωρίς τούτο να σημαίνει ότι δεν αποτελεί μια ενδιαφέρουσα ιστορία που κινείται σε πολλά επίπεδα, ξεχωρίζοντας από τις υπόλοιπες σειρές με την ένταση των διαλόγων και την συνθετότητα των χαρακτήρων.

ΠΗΓΗ: athensvoice.gr