Ευρωεκλογές 2024: Τα σενάρια για αποχή και ποιους ευνοεί

Το σύνολο των δημοσκοπήσεων των τελευταίων 40 ημερών καταγράφει μια παγιωμένη εικόνα ως προς την πρόθεση ψήφου στις ευρωεκλογές της 9ης Ιουνίου. Σύμφωνα με τα ευρήματα, η Νέα Δημοκρατία διατηρεί την κυριαρχία στο πολιτικό σκηνικό με τα ποσοστά της να σταθεροποιούνται στο 33,1% καθώς το τελευταίο διάστημα περιόρισε σημαντικά τις απώλειες κυρίως από τη δεξιά πτέρυγα. Ο ΣΥΡΙΖΑ φαίνεται πως «κλειδώνει» τη δεύτερη θέση, με τον μέσο όρο των ποσοστών του να βρίσκεται στο 15,4% και να ακολουθεί το ΠΑΣΟΚ με μέση επίδοση 12,2%.

Σύμφωνα πάντα με τις πρόσφατες μετρήσεις, το κόμμα του Κυριάκου Βελόπουλου εμφανίζει δημοσκοπική φθορά που χρονικά συμπίπτει με το πρωτοφανές επεισόδιο Φλώρου – Γραμμένου. Ο βουλευτής της Ελληνικής Λύσης ήταν το θύμα της επίθεσης, ωστόσο οι διάλογοι που προηγήθηκαν και τον εμφανίζουν -κατά τους ισχυρισμούς του Φλώρου- να υβρίζει χυδαία τη μητέρα του θύτη φαίνεται πως προκάλεσαν ζημιά. Το ΚΚΕ εμφανίζεται σταθερά στη ζώνη του 9%, Νίκη και Πλεύση Ελευθερίας σημειώνουν άνοδο, ενώ μάχη για να πιάσουν το 3% φαίνεται ότι θα δώσουν η Νέα Αριστερά και οι Δημοκράτες του Ανδρέα Λοβέρδου.

Το στοίχημα

Πάντως, παρά τη σταθερή εικόνα που δείχνουν οι μετρήσεις του τελευταίου διαστήματος, το σύνολο των αναλυτών παραδέχεται πως ο αστάθμητος παράγοντας της αποχής μπορεί να ανατρέψει σημαντικά τον συσχετισμό δυνάμεων της κάλπης. Το μεγάλο «στοίχημα» που τίθεται ανεπίσημα από τους ιθύνοντες των εκλογών είναι να πλησιάσουν οι ψηφίσαντες τα 5 εκατομμύρια. Ομως, αν επιβεβαιωθούν οι σημερινές τους εκτιμήσεις και στις κάλπες προσέλθουν περίπου 4,6 εκατομμύρια πολίτες, θα σημειωθεί ιστορικό αρνητικό συμμετοχής καθώς το ποσοστό θα πέσει για πρώτη φορά κάτω από το όριο του 50%. Προφανώς, την τελική απάντηση μπορούν να δώσουν μόνο τα επίσημα αποτελέσματα το βράδυ της Κυριακής των εκλογών. Μόνο τότε θα καταγραφεί το ύψος της αποχής και αν οι δημοσκοπήσεις θα επιβεβαιωθούν ή θα εκτεθούν.

Ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της Marc Θωμάς Γεράκης μιλώντας στο «ΘΕΜΑ» εξηγεί εισαγωγικά ότι οι δημοσκοπήσεις δεν μπορούν να εντοπίσουν το ύψος της αποχής, επισημαίνει ωστόσο δύο αντικειμενικούς λόγους που μπορούν να επηρεάσουν αρνητικά τη συμμετοχή στις επικείμενες ευρωεκλογές.

Η αναμέτρηση της 9ης Ιουνίου 2024 θα είναι η 5η εκλογική μάχη που γίνεται τους τελευταίους 12 μήνες (2 εθνικές, περιφερειακές, δημοτικές), ενώ δεν συμπίπτει με αυτοδιοικητικές εκλογές όπως είχε γίνει το 2019 και το 2014. «Οι ευρωεκλογές του 2019 έγιναν μαζί με τις αυτοδιοικητικές, οπότε υπήρχε επιπρόσθετο κίνητρο για τους ψηφοφόρους. Εγιναν επίσης 4 χρόνια μετά την τελευταία εκλογική αναμέτρηση, οπότε υπήρχε η τάση να καταγραφούν οι πολιτικοί συσχετισμοί. Αυτά τα δεδομένα σήμερα δεν συντρέχουν», αναφέρει χαρακτηριστικά. Πάντως, ο κ. Γεράκης σημειώνει πως το τελευταίο διάστημα τα κόμματα καταβάλλουν προσπάθεια για να πετύχουν όσο το δυνατόν μεγαλύτερη προσέλευση στις κάλπες. Η κυβέρνηση τονίζει την ανάγκη ισχυρής εκπροσώπησης στις Βρυξέλλες που θα επιφέρει περισσότερα κονδύλια για την Ελλάδα, αλλά και της διατήρησης της σταθερότητας και ασφάλειας στο εσωτερικό. Από την άλλη πλευρά, η αντιπολίτευση επιχειρεί να μετατρέψει τις ευρωεκλογές σε αντικυβερνητικό δημοψήφισμα.

O επικεφαλής της Marc σημειώνει επίσης πως η λεγόμενη «χαλαρή» ψήφος που χαρακτηρίζει συνήθως τις ευρωεκλογές απειλεί εξίσου τη Ν.Δ. και τον ΣΥΡΙΖΑ για διαφορετικούς λόγους.

«Η Ν.Δ. επιδεικνύει ισχυρή συσπείρωση και συνοχή. Ομως, οι ευρωεκλογές έχουν τα δικά τους χαρακτηριστικά που τα διέπει η λεγόμενη χαλαρή ψήφος. Δίνεται η ευκαιρία να σταλούν μηνύματα χωρίς κόστος. Αυτό ισχύει και για τον ΣΥΡΙΖΑ για άλλους λόγους. Σε αντίθεση με τη Ν.Δ. και το ΠΑΣΟΚ, ο ΣΥΡΙΖΑ έχει χαμηλό μέσο όρο ηλικίας ψηφοφόρων. Επίσης, το εκλογικό σώμα που λέει ότι θα ψηφίσει ΣΥΡΙΖΑ στις δημοσκοπήσεις είναι νεαρής ηλικίας και δεν έχει επαφή με την εκλογική διαδικασία. Το ερώτημα λοιπόν είναι αν όλοι όσοι δηλώνουν ότι θα ψηφίσουν ΣΥΡΙΖΑ θα πάνε στην κάλπη. Το ΠΑΣΟΚ φαίνεται ότι έχει πιο συμπαγές κοινό σε σχέση με τον ΣΥΡΙΖΑ. Γι’ αυτό και μπαίνει αστερίσκος για την 3η θέση», τονίζει.

Παραλία ή κάλπη;

Αν όμως η ακριβής πρόβλεψη για το ύψος της αποχής αποτελεί δύσκολη εξίσωση για τους αναλυτές, η εκτίμηση για το ποιο ή ποια κόμματα θα ευνοηθούν ή θα ζημιωθούν από αυτή μοιάζει με άλυτο γρίφο. Οι δημοσκόποι μπορούν με σιγουριά να υποστηρίξουν ότι η πρωτιά της Ν.Δ. δεν αμφισβητείται, από εκεί και πέρα όμως ξεκινούν κρίσιμα ερωτήματα ως προς τα τελικά ποσοστά των κομμάτων, ποιος θα καταλάβει τη 2η θέση και πόσοι θα ξεπεράσουν το όριο του 3%.  Σύμφωνα με τις μετρήσεις, οι kasselistas, οι «νεόκοποι» δηλαδή ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ που δημοσκοπικά αγγίζουν το 50% των υποστηρικτών του κόμματος, εμφανίζουν πολύ μικρή βεβαιότητα ψήφου, σε αντίθεση με τους μεγαλύτερης ηλικίας παραδοσιακούς ψηφοφόρους του ΠΑΣΟΚ. Εκτιμάται, δηλαδή, ότι στο δίλημμα «παραλία ή κάλπη», οι πρώτοι είναι περισσότερο επιρρεπείς στην επιλογή της ξαπλώστρας. Πέραν αυτού, η συνθήκη των ευρωεκλογών, κατά την οποία τα παραδοσιακά διλήμματα της διακυβέρνησης είναι εκ των πραγμάτων αμβλυμένα, συγκριτικά τουλάχιστον με τις βουλευτικές κάλπες, ευνοεί τη λεγόμενη «χαλαρή» ψήφο και την εκπομπή μηνυμάτων που κατά κανόνα απευθύνονται στην κυβέρνηση.

Ποιους πριμοδοτεί η αποχή

Πάντως, σύμφωνα με τους εκλογολόγους, η αποχή συνήθως ευνοεί όλα τα κόμματα, άποψη που επιβεβαιώνεται και από τα επίσημα εκλογικά δεδομένα.
Στις εθνικές εκλογές του Σεπτεμβρίου 2007 με τη συμμετοχή στο 74,15% η Ν.Δ. για να φτάσει το 41,84% ψηφίστηκε από περίπου 3 εκατομμύρια εκλογείς. Στην αναμέτρηση του Ιουνίου 2023 η συμμετοχή ανήλθε σε 53,74% και η Ν.Δ. έφτασε στο 40,56% με 2,1 εκατομμύρια ψήφους.  Η πριμοδότηση της αποχής είναι πιο ευδιάκριτη στα μικρά κόμματα που βρίσκονται πέριξ του 3%.

Τα πραγματικά δεδομένα που προέκυψαν από τη διπλή αναμέτρηση του 2023 είναι χαρακτηριστικά. Στις εκλογές του Ιουνίου προσήλθαν στις κάλπες περίπου 790.000 λιγότεροι ψηφοφόροι σε σχέση με την αναμέτρηση του Μαΐου και η συμμετοχή έπεσε στο 53,74% από 61,76%. Ολα τα κόμματα πλην της Νίκης πήραν λιγότερες ψήφους, ωστόσο μόνο τα ποσοστά της Ν.Δ. και του ΣΥΡΙΖΑ εμφάνισαν κάμψη ποσοστών.

Στην αναμέτρηση του Ιουνίου η Πλεύση Ελευθερίας κατέγραψε ποσοστό 3,17% με 165.523 ψήφους και μπήκε στη Βουλή, αν και έναν μήνα πριν με περισσότερα ψηφοδέλτια (170.424) έμεινε στο 2,89%. Το ΠΑΣΟΚ κατάφερε να ανεβάσει τα ποσοστά του κατά 0,4%, αν και ψηφίστηκε από σχεδόν 60.000 λιγότερους.