Επιστροφή στην εργασία για τους 70άρηδες λόγω χρεών και χαμηλού εισοδήματος

Σχεδόν 100.000 συνταξιούχοι με μέσο όρο ηλικίας το 70ο έτος «επέστρεψαν» στο… γραφείο, ενώ σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ΕΦΚΑ μέσα στην επόμενη διετία ο αριθμός τους θα φτάσει τους 250.000.
Οι χαμηλές συντάξεις και τα χρέη ωθούν όλο και περισσότερους συνταξιούχους στην απασχόληση μετά τα 67 τους έτη, αυξάνοντας τα έσοδα του Φορέα από τον μη ανταποδοτικό πόρο του 10%.
Ο πόρος αυτός για τους μισθωτούς εργαζόμενους συνταξιούχους ανέρχεται στο 10%, ενώ για τους μη μισθωτούς στο 50% της εισφοράς που αντιστοιχεί στην ασφαλιστική κλάση που επιλέγουν. Με δεδομένο ότι ο μέσος μισθός ενός συνταξιούχου που εργάζεται είναι 1.000 ευρώ, σε έναν χρόνο θα αποδώσει στον ΕΦΚΑ το 10% (1.200 ευρώ), όταν με το προηγούμενο σύστημα η παρακράτηση αφορούσε το 30% της σύνταξής τους (3.600 ευρώ το έτος για μια σύνταξη της τάξης των 1.000 ευρώ).
Επιπλέον οι εργαζόμενοι συνταξιούχοι δικαιούνται προσαύξηση της σύνταξης τους κατά 0,77% για κάθε έτος που πληρώνουν εισφορές ως εργαζόμενοι, με αποτέλεσμα όσοι μέχρι σήμερα έχουν δηλώσει την εργασία τους όταν σταματήσουν να εργάζονται, θα δικαιούνται μια μικρή αύξηση στο ανταποδοτικό σκέλος της σύνταξής τους.
Η προσαύξηση θα αρχίσει να υπολογίζεται στις αρχές του 2025, ενώ αναδρομικά θα λάβουν οι συνταξιούχοι που εργάσθηκαν ή συνεχίζουν να εργάζονται από το 2017, αναλόγως με το χρόνο της απασχόλησής τους.

«Τρεις μήνες μετά την εφαρμογή του μέτρου που δίνει τη δυνατότητα στους συνταξιούχους να εργαστούν χωρίς καμία παρακράτηση στη σύνταξη τους με την επιβολή ενός 10% πόρου υπέρ ΕΦΚΑ, οι εργαζόμενοι συνταξιούχοι έχουν αυξηθεί από 35.000 σε σχεδόν 100.000» τόνισε σε δηλώσεις του ο Γενικός Γραμματέας Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Νίκος Μηλαπίδης. «Το μέτρο δίνει κίνητρα απασχόλησης σε ανθρώπους οι οποίοι είναι σε ώριμη ηλικία και θέλουν να ενισχύσουν το εισόδημά τους, ταυτόχρονα φέρνει έσοδα στα ασφαλιστικά ταμεία κρατώντας σε παραγωγική διαδικασία ανθρώπους με περίσσια εμπειρία, ενώ χτυπά την αδήλωτη εργασία και την παραοικονομία».

Ο βασικός λόγος της επιλογής απασχόλησης και μετά τη σύνταξη είναι η προσαύξηση του εισοδήματος. Οι συντάξεις είναι χαμηλές, τα τιμολόγια ενέργειας τραβούν την ανηφόρα και η ακρίβεια των τροφίμων παραμένει σε πολύ υψηλά επίπδα, με αποτέλεσμα ειδικά οι χαμηλοσυνταξιούχοι να αδυνατούν να διαβιώσουν αξιοπρεπώς και να ανταποκριθούν σε ανειλημμένες υποχρεώσεις.
Στα 818,68 ευρώ μεικτά η μέση κύρια σύνταξη

Τα στοιχεία Μαρτίου από το σύστημα «Ήλιος» είναι αποκαλυπτικά. Οι συντάξεις γήρατος που εκδόθηκαν από τον ΕΦΚΑ κυμαίνονται κατά μέσο όρο στα 750,89 ευρώ, ενώ αισθητά υψηλότερες είναι οι συντάξεις γήρατος που αφορούν το Δημόσιο (1.181,45 ευρώ). Η μείωση είναι δραματική στην περίπτωση των νέων συνταξιούχων, λόγω του νέου τρόπου υπολογισμού που εφαρμόζεται με το «νόμο Κατρούγκαλου» (ν.4387/16), ενώ σημαντική είναι η «ψαλίδα» μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα.

Είναι χαρακτηριστικό ότι οι νέες συντάξεις στον δημόσιο τομέα είναι κατά 36,5% υψηλότερες από αυτές του ιδιωτικού.

Αναλυτικότερα, τα στοιχεία του Ενιαίου Συστήματος Ελέγχου και Πληρωμών των Συντάξεων «ΗΛΙΟΣ» δείχνουν πως:

το 57,5% των συνταξιούχων (1.430.786) λαμβάνουν σύνταξη έως 1.000 ευρώ
το 38,6% (959.131 συνταξιούχοι) λαμβάνουν σύνταξη έως 700 ευρώ μεικτά
το 28% (696.474 συνταξιούχοι) λαμβάνουν σύνταξη έως 600 ευρώ
το 17,8% (443.495 συνταξιούχοι) λαμβάνουν σύνταξη έως 500 ευρώ.

Συνολικά, η μέση κύρια σύνταξη ανέρχεται στα 818,68 ευρώ μεικτά, η χαμηλότερη σε όλη της Ευρωζώνη. Πάνω από το 60% του συνόλου των κύριων συντάξεων είναι κάτω από 1.000 ευρώ, ενδεικτικό του χαμηλού εισοδήματος που λαμβάνουν οι συνταξιούχοι. Στο ίδιο μοτίβο κινούνται και οι επικουρικές συντάξεις. Τέσσερις στις έξι επικουρικές κυμαίνονται από 100 έως 200 ευρώ, με αποτέλεσμα η μέση επικουρική σύνταξη κατά τον μήνα Μάρτιο να φτάνει στα 196,22 ευρώ, μεικτά.

Τον περασμένο Μάρτιο καταβλήθηκαν 26.654 νέες συντάξεις, με τη συνολική δαπάνη να ανέρχεται σε 15.761.633 ευρώ. Ταυτόχρονα δόθηκαν και αναδρομικά ποσά ύψους 92.726.063 ευρώ. Από το σύνολο των νέων συντάξεων, οι 13.822 ήταν γήρατος και από αυτές οι περισσότερες (7.382) εκδόθηκαν από τον ΕΦΚΑ, ενώ απονεμήθηκαν και άλλες 1.387 που αφορούσαν το Δημόσιο.