G7 / Εξορύξεις και στρατιωτικές χρηματοδοτήσεις

Δεν αναλήφθηκαν νέες δεσμεύσεις για το κλίμα - Συνέχιση των επενδύσεων στο φυσικό αέριο - Τεράστιο το κλιματικό κόστος της στρατιωτικής βιομηχανίας

Υπό την προεδρία της Ιταλίας συνεδρίασε η G7, στο πολυτελές παραθαλάσσιο θέρετρο Μπόργκο Εγνάτσια στην Απουλία της Ιταλίας για κρίσιμα ζητήματα, από τα παγωμένα ρωσικά περιουσιακά στοιχεία και την ενίσχυση της υποστήριξης προς την Ουκρανία έως τον πόλεμο στη Γάζα, τις αυξανόμενες εντάσεις Δύσης-Κίνας, την τεχνητή νοημοσύνη και το κλίμα.

Αφήνοντας ανοιχτή την πόρτα στις εθνικές επενδύσεις στο φυσικό αέριο και παρά τις εκκλήσεις επιστημόνων που τονίζουν ότι απαιτείται η πλήρης εξάλειψη εκπομπών άνθρακα και όχι η μείωσή τους, οι ηγέτες της Ιταλίας, των ΗΠΑ, της Βρετανίας, του Καναδά, της Γαλλίας, της Γερμανίας και της Ιαπωνίας επανέλαβαν την δέσμευση τους να επιταχύνουν σταδιακά την εγκατάλειψη των ορυκτών καυσίμων, προσφέροντας περιθώρια στη Γερμανία και Ιαπωνία, των οποίων οι οικονομίες εξακολουθούν να εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από ορυκτά καύσιμα.

«Θα κάνουμε τη μετάβαση από τα ορυκτά καύσιμα στα ενεργειακά συστήματα με έναν σωστό, μεθοδικό και δίκαιο τρόπο, επιταχύνοντας τις δράσεις σε αυτή την κρίσιμη δεκαετία, προκειμένου να επιτύχουμε μηδενικές εκπομπές μέχρι το 2050 με τη βοήθεια των καλύτερων διαθέσιμων επιστημονικών τεχνικών», αναφέρει το κοινό έγγραφο τους, προσθέτοντας τη δέσμευση ότι «Θα καταργήσουμε σταδιακά την υφιστάμενη αμείωτη παραγωγή ενέργειας από άνθρακα στα ενεργειακά συστήματα κατά το πρώτο εξάμηνο της δεκαετίας του 2030», όπως συμφωνήθηκε από τους υπουργούς ενέργειας της G7 τον Απρίλιο.

Δεκάδες διαδηλωτές για το κλίμα πραγματοποίησαν διαμαρτυρίες κατά τη διάρκεια της διάσκεψης. Επιστήμονες, περιβαλλοντικές οργανώσεις και ακτιβιστές επισημαίνουν ότι απαιτείται πλήρης διακοπή της χρήσης όλων των μορφών άνθρακα, μεγαλύτερη χρηματοδότηση προς τις αναπτυσσόμενες χώρες ώστε να μπορέσουν να προσαρμοστούν στην κλιματική αλλαγή και να αναπτύξουν πράσινες τεχνολογίες, αλλά και αυστηρότερα μέτρα με κυρώσεις για τις χώρες και τις εταιρείες που δεν τηρούν τους στόχους για το κλίμα.

Συνέχιση επενδύσεων σε φυσικό αέριο

Η Ομάδα των επτά πιο ανεπτυγμένων βιομηχανικών χωρών (G7), οι οποίες είναι υπεύθυνες για σχεδόν το 30% της παραγωγής ορυκτών καυσίμων και για το 21% των συνολικών εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου το 2021, σύμφωνα με το Climate Analytics Policy Institute, αντιπροσωπεύουν περίπου το 38 τοις εκατό της παγκόσμιας οικονομίας. Ενώ τα κράτη έχουν συμφωνήσει για την αναγκαιότητα μετάβασης από τα ορυκτά καύσιμα το συντομότερο δυνατόν, σχεδόν όλες οι μεγάλες οικονομικές δυνάμεις προωθούν το φυσικό αέριο. H Γερμανία επενδύει δισεκατομμύρια ευρώ για την ανάπτυξη νέων μονάδων φυσικού αερίου από utilities, όπως η RWE, η EnBW και η Uniper, πρόσφατα μάλιστα πήρε και το πράσινο φως από τις Βρυξέλλες. Πριν λίγο καιρό, η κυβέρνηση Μπαίντεν «πάγωσε» την έκδοση αδειών για νέα τερματικά εξαγωγής σε ΗΠΑ, καθώς αξιολογεί τις επιπτώσεις του φυσικού αερίου στο κλίμαυπερδιπλασιάζοντας ωστόσο, τις εξαγωγές υγροποιημένου φυσικού αερίου στην Ευρώπη, ύψους σχεδόν 100 δισεκατομμυρίων δολαρίων.

Στη χώρα μας συνεχίζουν τα σχέδια για την κατασκευή νέων μονάδων ηλεκτροπαραγωγής με φυσικό αέριο. Η Ελληνική Δικαιοσύνη καλείται να κρίνει αν ένα ορυκτό καύσιμο, όπως το υγροποιημένο αέριο, μπορεί να προβάλλεται και να προωθείται σαν εναλλακτικός τρόπος παραγωγής ενέργειας σε συνθήκες έντονης κλιματικής κρίσης και, μάλιστα, δίχως να έχει προηγηθεί εκτίμηση του κλιματικού του αποτυπώματος. Όπως αναφέρει η Greenpeace, η πρώτη, κατ’ ουσίαν, κλιματική προσφυγή στην Ελλάδα εκκρεμεί με πρόσθετη τεκμηρίωση ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. Στην αίτηση ακύρωσης που υποβλήθηκε τον Δεκέμβριο του 2023 στην κρίση των δικαστών του ΣτΕ, κατατέθηκαν την περασμένη εβδομάδα πρόσθετοι λόγοι, οι οποίοι εστιάζουν στις σοβαρότατες κλιματικές επιπτώσεις του ορυκτού αερίου LNG.

Το κλιματικό κόστος της στρατιωτικής βιομηχανίας

Οι χώρες της G7 συμφώνησαν στη διάρκεια της διάσκεψης τους να εξασφαλίσουν δάνεια ύψους 50 δισεκατομμυρίων δολαρίων προς την Ουκρανία. Παράλληλα, οι ΗΠΑ ανακοίνωσαν νέα βοήθεια άνω του 1,5 δισεκατομμυρίου δολαρίων για τον ενεργειακό τομέα, την ανθρωπιστική βοήθεια και την πολιτική άμυνα της Ουκρανίας. Το κλιματικό κόστος των πρώτων δύο ετών του πολέμου της Ρωσίας στην Ουκρανία ήταν μεγαλύτερο από τις ετήσιες εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου που παράγονται μεμονωμένα από 175 χώρες, επιδεινώνοντας την παγκόσμια κλιματική έκτακτη ανάγκη εκτός από τον αυξανόμενο αριθμό νεκρών και τις εκτεταμένες καταστροφές, σύμφωνα με νέα έρευνα.

Σύμφωνα με νέα έκθεση της Initiative on Greenhouse Gas Accounting of War (IGGAW) και του Ευρωπαϊκού Ιδρύματος για το Κλίμα – η Ρωσία αντιμετωπίζει κλιματικές αποζημιώσεις 32 δισεκατομμυρίων δολαρίων από τους πρώτους 24 μήνες του πολέμου. Ο πόλεμος έχει δημιουργήσει τουλάχιστον 175 εκατομμύρια τόνους αερίων, οι οποίοι περιλαμβάνουν διοξείδιο του άνθρακα, υποξείδιο του αζώτου και εξαφθοριούχο θείο (SF6), το πιο ισχυρό από όλα τα αέρια του θερμοκηπίου. Ο αριθμός αυτός είναι μεγαλύτερος από τις συνολικές εκπομπές που παράγονται μεμονωμένα από χώρες όπως η Ολλανδία, η Βενεζουέλα και το Κουβέιτ το 2022.

Τα επίσημα δεδομένα για το συνολικό κλιματικό κόστος των πολέμων και της στρατιωτικής βιομηχανίας είναι ελάχιστα λόγω του στρατιωτικού απορρήτου αλλά και της έλλειψης μηχανισμών καταγραφής. Η αναφορά στρατιωτικών εκπομπών είναι εθελοντική και μόνο τέσσερις χώρες υποβάλλουν ορισμένα στοιχεία, στο πλαίσιο της σύμβασης του ΟΗΕ για την κλιματική αλλαγή (UNFCCC). Πρόσφατη μελέτη διαπίστωσε ότι η στρατιωτική βιομηχανία  αντιπροσωπεύει σχεδόν το 5,5% των παγκόσμιων εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου ετησίως – περισσότερο από ό,τι οι αεροπορικές και οι ναυτιλιακές βιομηχανίες μαζί. Δεδομένης της απουσίας δραστικών μέτρων και με τη συνεχή χρηματοδότηση σε πολέμους και στρατιωτικούς εξοπλισμούς, οι επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης θα γίνουν ακόμη πιο έντονες.

ΠΗΓΗ:avgi.gr